Ορθόδοξες ανθοδέσμες
Greek Flowers of Orthodoxy 37
ORTHODOX CHRISTIANITY – MULTILINGUAL ORTHODOXY – EASTERN ORTHODOX CHURCH – ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ – SIMBAHANG ORTODOKSO NG SILANGAN – 东正教在中国 – ORTODOXIA – 日本正教会 – ORTODOSSIA – อีสเทิร์นออร์ทอดอกซ์ – ORTHODOXIE – 동방 정교회 – PRAWOSŁAWIE – ORTHODOXE KERK - නැගෙනහිර ඕර්තඩොක්ස් සභාව – СРЦЕ ПРАВОСЛАВНО – BISERICA ORTODOXĂ – GEREJA ORTODOKS – ORTODOKSI – ПРАВОСЛАВИЕ – ORTODOKSE KIRKE – CHÍNH THỐNG GIÁO ĐÔNG PHƯƠNG – EAGLAIS CHEARTCHREIDMHEACH – ՈՒՂՂԱՓԱՌ ԵԿԵՂԵՑԻՆ / Abel-Tasos Gkiouzelis - https://gkiouzelisabeltasos.blogspot.com - Email: gkiouz.abel@gmail.com - Feel free to email me...!
♫•(¯`v´¯) ¸.•*¨*
◦.(¯`:☼:´¯)
..✿.(.^.)•.¸¸.•`•.¸¸✿
✩¸ ¸.•¨
Ένα κρύο πρωινό του χειμώνα, ένας εύπορος κύριος είδε ένα παιδί στον δρόμο να τρέμει, χωρίς παλτό και γάντια. Του έδωσε μερικά χρήματα και έφυγε γρήγορα. Λίγο πιο κάτω, είδε έναν φτωχό ηλικιωμένο να πλησιάζει το παιδί. Ο γέροντας δεν είχε χρήματα, αλλά έβγαλε τα δικά του παλιά, τρύπια γάντια και τα φόρεσε στο παιδί, τρίβοντας του τα χέρια για να ζεσταθεί.
Η φιλανθρωπία δεν μετριέται με το πόσα δίνεις από το περίσσευμά σου, αλλά με το πόσο «ζεσταίνεις» τον άλλον από το υστέρημά σου.
<>
Λέγεται ότι ο Μέγας Αλέξανδρος, λίγο πριν πεθάνει, ζήτησε κάτι παράξενο για την κηδεία του: ήθελε να τον μεταφέρουν στο μνήμα με τα χέρια του έξω από το φέρετρο, ανοιχτά και άδεια, ώστε να τα βλέπουν όλοι.
«Θέλω ο κόσμος να δει», είπε, «ότι παρόλο που κατέκτησα όλη τη γη, φεύγω από εδώ με τα χέρια άδεια, ακριβώς όπως ήρθα».
Όσα μαζεύουμε στη γη μένουν στη γη. Η μόνη "αποσκευή" μας είναι οι πράξεις μας.
<>
Λέγεται ότι ένας άγγελος στεκόταν δίπλα σε δύο ανθρώπους που συζητούσαν. Ο ένας μιλούσε συνέχεια για τις αρετές του και τις καλές του πράξεις. Ο άλλος άκουγε σιωπηλός, κατεβάζοντας το κεφάλι με ταπείνωση.
Όταν έφυγαν, κάποιος ρώτησε τον άγγελο: «Ποιον από τους δύο ευλόγησες;». Ο άγγελος απάντησε: «Εκείνον που κράτησε την πόρτα της καρδιάς του κλειστή με τη σιωπή, γιατί μέσα εκεί η χάρη του Θεού έμεινε φυλαγμένη. Ο άλλος, με τα πολλά λόγια, άνοιξε την πόρτα και η χάρη "πέταξε" μακριά».
Η σιωπή προστατεύει τους πνευματικούς μας θησαυρούς από την κενοδοξία.
<>
Μια γυναίκα μαγείρευε κάθε μέρα μια μεγάλη κατσαρόλα φαγητό και την άφηνε στην αυλή της για όποιον πεινούσε. Ένας γείτονας την επέκρινε: «Δίνεις φαγητό σε ανθρώπους που μπορεί να είναι τεμπέληδες ή να σε κοροϊδεύουν». Εκείνη απάντησε: «Εγώ μαγειρεύω για την πείνα τους, όχι για τον χαρακτήρα τους. Η δική μου δουλειά είναι να δίνω, η δική τους είναι να είναι ειλικρινείς».
Η αληθινή φιλανθρωπία δεν βάζει όρους, ούτε κρίνει αν ο άλλος "αξίζει" τη βοήθεια.
<>
Ένας άνθρωπος ένιωθε δυστυχισμένος γιατί είχε χάσει τη δουλειά του. Κάθισε με έναν σοφό γέροντα και του είπε: «Δεν έχω τίποτα για να είμαι χαρούμενος». Ο γέροντας του έδωσε ένα χαρτί: «Γράψε: "Ευχαριστώ που βλέπω τον ήλιο", "Ευχαριστώ που τα πόδια μου με περπατούν", "Ευχαριστώ που έχω έναν φίλο να με ακούει"».
Όταν ο άντρας τέλειωσε τη λίστα, συνειδητοποίησε ότι ήταν "πλούσιος". Η θλίψη του δεν έφυγε επειδή άλλαξαν οι συνθήκες, αλλά επειδή άλλαξε η ματιά του.
Η ευγνωμοσύνη δεν εξαρτάται από το τι συμβαίνει γύρω μας, αλλά από το τι προσέχουμε μέσα μας.
<>
Ένας άνθρωπος έκανε συνεχώς παράπονα και μιλούσε ακατάπαυστα για τα προβλήματά του. Ένας γέροντας του έδωσε ένα πολύτιμο βάζο και του ζήτησε να το γεμίσει με πέτρες. Καθώς ο άντρας τις πετούσε μέσα με θόρυβο, το βάζο ράγισε.
«Βλέπεις;» είπε ο γέροντας. «Οι πολλές λέξεις είναι σαν τις πέτρες. Αν δεν προσέχεις πώς τις χρησιμοποιείς, θα ραγίσουν την καρδιά τη δική σου και των άλλων. Η σιωπή είναι το χέρι που τοποθετεί τις λέξεις με προσοχή, ώστε να μη χαθεί η ομορφιά του βάζου».
Η σιωπή μας διδάσκει την αξία του λόγου. Όποιος ξέρει να σωπαίνει, ξέρει και πότε η λέξη του θα έχει βάρος.
<>
Δύο σκαλιστές έλαβαν από ένα κομμάτι ξύλο για να φτιάξουν μια εικόνα. Ο πρώτος δούλευε μόνο όταν είχε «έμπνευση», αφήνοντας το ξύλο να σκονίζεται για εβδομάδες. Ο δεύτερος δούλευε κάθε μέρα, έστω και για λίγο, σκαλίζοντας με προσοχή κάθε λεπτομέρεια.
Στο τέλος του χρόνου, ο πρώτος είχε ένα μισοτελειωμένο κομμάτι ξύλο. Ο δεύτερος είχε παραδώσει ένα αριστούργημα. «Πώς τα κατάφερες;» ρώτησε ο πρώτος. «Η έμπνευση με έβρισκε κάθε πρωί πάνω στη δουλειά», απάντησε ο δεύτερος.
Η εργατικότητα γεννά το ταλέντο. Η συνέπεια στην εργασία είναι αυτή που φέρνει την τελειότητα.
<>
Ένας ερημίτης βρήκε στο δάσος έναν πολύτιμο λίθο τεράστιας αξίας. Τον έβαλε στο σακίδιο του και συνέχισε τον δρόμο του. Την επόμενη μέρα συνάντησε έναν πεινασμένο οδοιπόρο και άνοιξε το σακίδιο για να του δώσει ψωμί. Ο οδοιπόρος είδε το διαμάντι και του το ζήτησε. Ο ερημίτης του το έδωσε αμέσως.
Μετά από λίγες μέρες, ο οδοιπόρος επέστρεψε και του έδωσε πίσω το διαμάντι. «Σου το επιστρέφω», είπε. «Θέλω να μου δώσεις αυτό που έχεις μέσα σου και σου επέτρεψε να μου χαρίσεις κάτι τόσο ακριβό χωρίς δεύτερη σκέψη».
Η εσωτερική ελευθερία αξίζει περισσότερο από κάθε θησαυρό.
<>
Φαντάσου ότι μια τράπεζα καταθέτει κάθε πρωί στον λογαριασμό σου 86.400 ευρώ. Όμως, υπάρχει ένας όρος: κάθε βράδυ, όσα χρήματα δεν ξόδεψες, διαγράφονται. Δεν μπορείς να μεταφέρεις το υπόλοιπο στην επόμενη μέρα. Τι θα έκανες; Θα ξόδευες και το τελευταίο σεντ, σωστά;
Αυτή η τράπεζα είναι ο Χρόνος. Κάθε μέρα σου χαρίζει 86.400 δευτερόλεπτα. Κάθε νύχτα, όσα δεν έζησες με αγάπη, δημιουργία ή προσφορά, χάνονται για πάντα.
Η ζωή δεν είναι το "αύριο", αλλά το πώς επενδύεις το "τώρα".
<>
Σε ένα δωμάτιο νοσοκομείου υπήρχαν δύο ασθενείς. Ο ένας, που καθόταν δίπλα στο παράθυρο, περιέγραφε στον άλλον κάθε μέρα τις ομορφιές που έβλεπε: παιδιά να παίζουν, ἀγαπημένους να περπατούν, τον ήλιο να δύει. Ο άλλος ένιωθε ευτυχισμένος μόνο και μόνο που τα άκουγε.
Όταν ο πρώτος πέθανε, ο δεύτερος ζήτησε να πάει στη θέση του. Κοίταξε έξω και είδε μόνο έναν τυφλό τοίχο. Ο φίλος του τα φανταζόταν όλα για να δώσει χαρά και στους δύο.
Η ευτυχία είναι η ικανότητα να βλέπεις το φως ακόμα και εκεί που οι άλλοι βλέπουν μόνο σκοτάδι.
<>
Ένας πατέρας παραπονιόταν ότι ο γιος του δεν τον άκουγε και έκανε συνεχώς αταξίες. Πήγε σε έναν σοφό και του είπε: «Του μιλάω ώρες ολόκληρες, του δίνω συμβουλές, αλλά δεν αλλάζει». Ο σοφός τον πήρε από το χέρι και τον έστησε μπροστά σε έναν καθρέφτη.
«Τι βλέπεις;» ρώτησε. «Τον εαυτό μου», απάντησε ο πατέρας. «Αν θέλεις το είδωλο στον καθρέφτη να γελάσει, πρέπει να γελάσεις εσύ πρώτος», είπε ο σοφός. «Το παιδί σου δεν είναι παρά ο καθρέφτης των δικών σου πράξεων, όχι των λόγων σου».
Τα παιδιά σπάνια ακούνε τι λέμε, αλλά ποτέ δεν αποτυγχάνουν να μιμηθούν αυτό που είμαστε.
<>
Μια παλιά ιστορία λέει για δύο φίλους που μάλωσαν άσχημα. Ο ένας, θυμωμένος, έσπασε ένα πολύτιμο βάζο του άλλου. Μετά από μέρες, πήγε να ζητήσει συγγνώμη. «Συγχώρεσέ με, το βάζο ήταν μοναδικό», είπε.
Ο φίλος του τον αγκάλιασε και απάντησε: «Το βάζο ήταν απλώς πηλός. Η φιλία μας είναι από χρυσάφι. Ο πηλός ξαναπλάθεται, αλλά η καρδιά του φίλου αν ραγίσει, δύσκολα γιατρεύεται. Ας κρατήσουμε το χρυσάφι».
Οι άνθρωποι είναι πάντα πιο σημαντικοί από τα αντικείμενα και τα δίκαια μας.
<>
Μια μητέρα ρώτησε έναν γέροντα: «Πώς μπορώ να προστατέψω το παιδί μου από το κακό που υπάρχει στον κόσμο;». Ο γέροντας άναψε μια καντήλα μέσα σε ένα δωμάτιο με ανοιχτά παράθυρα. Ο αέρας φυσούσε και η φλόγα τρεμόπαιζε.
Τότε, έβαλε γύρω από τη φλόγα ένα γυάλινο κάλυμμα. «Βλέπεις;» είπε. «Δεν μπορείς να σταματήσεις τον άνεμο (τον κόσμο), αλλά μπορείς να βάλεις γύρω από την ψυχή του παιδιού σου το γυαλί της πίστης και των αξιών. Έτσι, όσος άνεμος και να φυσάει, η φλόγα μέσα του θα παραμείνει αναμμένη».
Σκοπός της παιδείας δεν είναι να κρύψουμε το παιδί από τον κόσμο, αλλά να το οπλίσουμε με εσωτερικό φως για να αντέχει στις δυσκολίες.
<>
Ένας πλούσιος θέλησε να δοκιμάσει την τιμιότητα ενός φτωχού σιδηρουργού. Του έδωσε να φτιάξει ένα σιδερένιο κουτί και κρυφά έχωσε μέσα στις ενώσεις ένα χρυσό νόμισμα. Όταν ο σιδηρουργός τελείωσε τη δουλειά, βρήκε το νόμισμα. Έτρεξε αμέσως στον πλούσιο: «Κύριε, βρήκα αυτό το χρυσό στην εργασία μου, δεν μου ανήκει».
Ο πλούσιος του είπε: «Κράτα το, είναι δικό σου». Ο σιδηρουργός όμως απάντησε: «Αν το κρατήσω χωρίς να το έχω δουλέψει, κάθε φορά που θα τρώω, θα νιώθω ότι κλέβω τον εαυτό μου. Προτιμώ τα χέρια μου να είναι μαύρα από το κάρβουνο, αλλά η ψυχή μου λευκή».
Ο πλούτος της τίμιας εργασίας δεν μετριέται στην τσέπη, αλλά στην ηρεμία του ύπνου το βράδυ.
<>
Ένας μελισσοκόμος πουλούσε το μέλι του στην αγορά. Οι άλλοι έμποροι του έλεγαν: «Βάλε λίγο σιρόπι ζάχαρης μέσα, κανείς δεν θα το καταλάβει και θα βγάλεις διπλάσια κέρδη». Εκείνος αρνήθηκε. «Οι μέλισσες δουλεύουν σκληρά για να φτιάξουν το αγνό μέλι. Αν εγώ το νοθέψω, θα προδώσω τον δικό τους κόπο και τη δική μου πίστη».
Τα χρόνια πέρασαν και οι άλλοι έμποροι έχασαν τους πελάτες τους γιατί η απάτη αποκαλύφθηκε. Ο μελισσοκόμος όμως έγινε ο πιο σεβαστός άνθρωπος της περιοχής, γιατί όλοι ήξεραν πως ο λόγος του ήταν τόσο γλυκός και καθαρός όσο το μέλι του.
Η τιμιότητα είναι η καλύτερη επένδυση σε βάθος χρόνου.
<>
Ένας σοφός δίδασκε: «Ο πλούτος πρέπει να είναι σαν το ποτάμι, όχι σαν τη λίμνη. Το ποτάμι δέχεται νερό και το δίνει παρακάτω, γι' αυτό και το νερό του παραμένει φρέσκο και γεμάτο ζωή. Η λίμνη που κρατάει το νερό μόνο για τον εαυτό της, τελικά βρωμίζει και στερεύει».
Η ροή της προσφοράς είναι αυτή που διατηρεί την αξία του πλούτου. Όταν "δίνεις", ανοίγεις χώρο για να "λάβεις" νέα ευλογία.
<>
Ένας πλούσιος ρώτησε έναν γέροντα: «Γιατί να δίνω την περιουσία μου στους άλλους; Εγώ δούλεψα για να την αποκτήσω».
Ο γέροντας του έδειξε έναν οπωρώνα: «Κοίτα αυτά τα δέντρα. Παίρνουν από τη γη τροφή και νερό, αλλά τους καρπούς τους δεν τους τρώνε τα ίδια. Αν το μήλο έμενε πάνω στο δέντρο, θα σάπιζε και θα κατέστρεφε το κλαδί. Το δέντρο "διαχειρίζεται" τον πλούτο του δίνοντας τους καρπούς του, κι έτσι κάθε χρόνο βγάζει καινούργιους, πιο γλυκούς».
Η σωστή διαχείριση είναι να καταλάβεις ότι είσαι ο "οικονόμος" και όχι ο ιδιοκτήτης των αγαθών σου.
<>
Τέσσερα κεριά καίγονταν σιγά σιγά σε ένα δωμάτιο. Η ησυχία ήταν τόσο μεγάλη, που μπορούσες να τα ακούσεις να μιλούν.
Το πρώτο είπε: «Είμαι η Ειρήνη, αλλά οι άνθρωποι δεν με θέλουν». Και η φλόγα του έσβησε.
Το δεύτερο είπε: «Είμαι η Πίστη, αλλά οι άνθρωποι με ξέχασαν». Και η φλόγα του έσβησε.
Το τρίτο είπε: «Είμαι η Αγάπη, αλλά οι άνθρωποι δεν έχουν πια χώρο για μένα». Και έσβησε κι αυτό.
Τότε μπήκε ένα παιδί και άρχισε να κλαίει βλέποντας το σκοτάδι. Το τέταρτο κερί του ψιθύρισε: «Μη φοβάσαι. Εγώ είμαι η Ελπίδα. Όσο καίω εγώ, μπορούμε να ανάψουμε ξανά τα άλλα τρία!».
Όσο υπάρχει ελπίδα, τίποτα δεν έχει χαθεί οριστικά. Με αυτήν μπορούμε να ξαναφέρουμε την ειρήνη, την πίστη και την αγάπη στη ζωή μας.
<>
Στην αρχαία Αθήνα, ο Δημοσθένης ήθελε απεγνωσμένα να γίνει ρήτορας. Όμως, είχε μια αδύναμη φωνή και τραύλιζε, με αποτέλεσμα ο κόσμος να τον κοροϊδεύει. Αντί να παραιτηθεί, έβαζε μικρά χαλίκια στο στόμα του και πήγαινε στην ακρογιαλιά. Εκεί, προσπαθούσε να μιλήσει πιο δυνατά από τον θόρυβο των κυμάτων.
Με την ακλόνητη θέλησή του, όχι μόνο θεράπευσε την ομιλία του, αλλά έγινε ο σπουδαιότερος ρήτορας της εποχής του.
Τα εμπόδια της φύσης υποχωρούν μπροστά στην επιμονή του ανθρώπινου πνεύματος.
<>
Ένας γέροντας άρχισε να σκάβει έναν τεράστιο λόφο που έκλεινε τον δρόμο προς το χωριό του. Οι γείτονες γελούσαν: «Πιστεύεις ότι εσύ, ένας αδύναμος γέρος, θα μετακινήσεις ολόκληρο βουνό;».
Εκείνος απάντησε ήρεμα: «Όχι, δεν θα το μετακινήσω εγώ σε μια μέρα. Αλλά κάθε φτυαριά που βγάζω, είναι ένα κομμάτι βουνού που δεν θα υπάρχει αύριο. Αν η θέλησή μου είναι σταθερή, το βουνό δεν έχει άλλη επιλογή από το να υποχωρήσει».
Η θέληση δεν χρειάζεται βιασύνη, αλλά αλύγιστη συνέπεια.
<>
Χωρίς Χριστό, δεν μπορείς νά εξηγήσεις τίποτε!
Γιατί οί θλίψεις, γιατί οί αδικίες, γιατί οί αποτυχίες, γιατί οί ασθένειες,
γιατί; γιατί; γιατί;
Χιλιάδες πελώρια "γιατί!"
Κατάλαβέ το!
Δέν μπορεί ό άνθρωπος νά προσεγγίσει, μέ τήν πεπερασμένη λογική του,
τήν απάντηση όλων αυτών τών "γιατί."
Μόνο μέ τόν Χριστό όλα εξηγούνται!
Μάς προετοιμάζουν γιά τήν αιωνιότητα!
Ίσως εκεί μάς αξιώσει
νά πάρουμε
απάντηση σέ μερικά "γιατί!"
π. Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος+
S.
<>
«Κατά τή διάρκεια ἑνός πολέμου μεταξύ Γαλλίας καί Ἰταλίας, ἕνας ἄνδρας πού ζοῦσε ἀκριβῶς στά σύνορα, ὑπέφερε πολύ ἀπ᾽ τίς μάχες. Ἡ ἰδιοκτησία του βρισκόταν στή μέση τῆς ζώνης τῆς μάχης καί καταλαμβανόταν περιοδικά ἀπό στρατεύματα καί ἀπ᾽ τίς δύο πλευρές. Γιά τήν ἀσφάλειά του, λέγεται ὅτι ἔραψε ἕνα διπλό ροῦχο ἐνδύσεως πού ἔδειχνε τά γαλλικά ἐθνικά χρώματα ἀπ᾽ τή μία πλευρά καί τά ἰταλικά ἀπ᾽ τήν ἄλλη.
Ἐνημερωνόταν γιά τήν ἀλλαγή τῆς πορείας τοῦ μετώπου καί φοροῦσε πάντοτε τό παλτό του μέ τά χρώματα τοῦ ἔθνους πού εἶχε τό πάνω χέρι στήν περιοχή του. Ὁ ἴδιος “ἀμφιταλαντευόταν” μεταξύ δύο ἀπόψεων.
Ἀκόμα καί σήμερα, πολλοί ὑψώνουν τά πανιά τους στόν ἄνεμο. Σέ ἐπίσημες γιορτές, μέ μιά καλή συμπεριφορά γιά νά τούς βλέπουν στήν ἐκκλησία. Κατά κάποιο τρόπο, πιστεύουν καί αὐτοί στήν ὕπαρξι τοῦ Θεοῦ. Ἴσως μιά μέρα νά βρεθοῦν σέ μιά κατάστασι ὅπου θά χρειαστοῦν τή βοήθειά Του. Θέλουν νά κρατήσουν αὐτή τήν πόρτα ἀνοιχτή γιά τόν ἑαυτό τους.
Ἀντίστοιχα στόν κύκλο τῶν συναδέλφων τους καί στά parties, δέν τούς εἶναι δύσκολο νά συμμετέχουν στούς ἑορτασμούς. Μποροῦν εὔκολα νά προσαρμόζωνται μ᾽ ἐκείνους πού δέν πιστεύουν στό Θεό καί δέν ζητοῦν τό θέλημά Τοιυ στή ζωή τους. Ὡστόσο ὁ ζωντανός καί ἀληθινός Θεός δέν ἱκανοποιεῖται μέ ἡμίμετρα. Θέλει νά στραφοῦμε σ᾽ Αὐτόν μέ ὄλη μας τήν καρδιά. Αὐτός εἶναι ὁ λόγος γιά τόν ὁποῖο μας καλεῖ νά “ἐπιστρέψουμε καί νά ζήσουμε”(Ἰεζ 18, 32)».
S.
<>
«Ἕνας πού καμώνονταν τόν πολύ σοφό συνάντησε κάποτε στό δρόμο του ἕνα ἁπλοϊκό χωρικό πού πήγαινε στήν ἐκκλησία.
—Γιά ποῦ μέ τό καλό; τόν ρώτησε.
—Πάω στήν ἐκκλησία, τοῦ ἀπάντησε ὁ χωρικός.
—Καί δέ μοῦ λές, τοῦ λέει εἰρωνικά ὁ σοφός. Μήπως ξέρεις νά μοῦ πῆς, ὁ Θεός σου εἶναι μεγάλος ἡ μικρός;
—Κι ἀπό τά δύο.
—Δέ γίνεται νά εἶναι καί τά δύο!
—Γίνεται, κύριε. Νά, εἶναι τόσο μεγάλος, πού δέν τόν χωροῦν οὔτε οἱ οὐρανοί, ἀλλά καί τόσο μικρός, πού μπορεῖ νά κατοικῆ μέσα στήν καρδιά μου.
Κι ὁ σοφός τά ᾿χασε μέ τή σοφή ἀπάντησι τοῦ ἁπλοϊκοῦ μά πιστοῦ χωρικοῦ».
S.
<>
«Μιά μέρα βρισκόμουν σ᾽ ἕνα ταξί καί πήγαινα στό ἀεροδρόμιο. Τό ταξί προχωροῦσε στή δεξιά λωρίδα τοῦ δρόμου, ὅταν ξαφνικά ἕνα μαῦρο αὐτοκίνητο πετάχτηκε ἀπό ἕνα χῶρο σταθμεύσεως ἀκριβῶς μπροστά μας. Ὁ ὁδηγός τοῦ ταξί πάτησε τό φρένο, γλίστρησε καί κατάφερε νά μή χτυπήση τό ἄλλο αὐτοκίνητο γιά λίγα μόλις ἑκατοστά!
Ὁ ὁδηγός τοῦ ἄλλου αὐτοκινήτου κούνησε τό κεφάλι του καί ἄρχισε νά μᾶς φωνάζη. Ὁ δικός μοῦ ὁδηγός ἁπλῶς τοῦ χαμογέλασε καί τόν χαιρέτισε. Ἦταν πολύ φιλικός ἀπέναντί του. Ἔτσι τόν ρώτησα: “Γιατί τό ἔκανες αὐτό; Αὐτός ὁ τύπος παραλίγο νά καταστρέψη τό αὐτοκίνητό σου καί νά μᾶς στείλη στό νοσοκομεῖο!”. Τότε ἐκείνος μέ δίδαξε κάτι πού σήμερα πλέον ὀνομάζω “Ἡ ἀλληγορία τοῦ ἀπορριμματοφόρου”...
Ὁ ὁδηγός μοῦ ἐξήγησε ὅτι πολλοί ἄνθρωποι μοιάζουν μέ ἀπορριμματοφόρα. Περιφέρονται γεμάτοι σκουπίδια, γεμάτοι πίκρα, θυμό καί ἀπογοήτευσι. Καθώς τά σκουπίδια τους γίνονται ὅλο καί περισσότερα, χρειάζονται ἕνα μέρος νά τά πετάξουν καί μερικές φορές αὐτό τό μέρος μπορεῖ νά εἶστε κι ἐσεῖς. Μήν τό πάρετε ὅμως προσωπικά, ἁπλῶς χαμογελᾶστε τους, χαιρετίστε τους, εὐχηθεῖτε τους νά εἶναι καλά καί φύγετε.
Δέν ἀξίζει νά κουβαλᾶτε τά δικά τους σκουπίδια καί νά τά ἐξαπλώνετε καί σέ ἄλλους ἀνθρώπους στή δουλειά σας, στήν οἰκογένειά σας ἤ καί σέ ἀγνώστους».
S.
<>
«Πρίν ἀπό μερικά χρόνια, ὅταν ἦταν τοῦ συρμοῦ ἡ θεολογία τοῦ τύπου “ὁ Θεός πέθανε”, θυμᾶμαι ὅτι εἶδα στόν προφυλακτήρα ἑνός αὐτοκινήτου ἕνα αὐτοκόλλητο πού ἔγραφε: “Ὁ δικός μου Θεός δέν ἔχει πεθάνει, λυπᾶμαι γιά τόν δικό σου”»(HK, 155).
<>
Εἶπε Γέρων: «Φίλος δέν εἶναι κάποιος πού θά πάη στήν κόλασι μαζί σου, ἀλλά κάποιος πού θά σέ βγάλη ἀπό ἐκεῖ»(https://apantaortodoxias.blogspot.com/2025/12/blog-post_317.html).
<>
Ὅσιος Ἀμφιλόχιος τῆς Πάτμου: «Στό πρόσωπο κάθε ξένου, παιδί μου, βλέπω τόν Ἴδιο τό Χριστό»(AΛ).
<>
Ἅγ. Αὐγουστίνος: «Μήν προσπαθῆς νά κατανοήσης γιά νά πιστέψης. Πίστεψε γιά νά κατανοήσης»(ΑΛ).
<>
Ὅσ. Παΐσιος Ἁγιορείτης: «Ὁ Θεός τή σωτηρία τῶν ἀνθρώπων τήν κρέμασε στήν ὑπομονή. “Ὁ ὑπομείνας εἰς τέλος σωθήσεται”. Γι᾽ αὐτό ἐπιτρέπει δυσκολίες καί διάφορες δοκιμασίες. Γιά νά ἀσκηθοῦν οἱ ἄνθρωποι στήν ὑπομονή»(ΑΛ 2026).
<>
Ὅσ. Ἀμφιλόχιος τῆς Πάτμου: «Ἀγάπησε τόν Ἕνα, νά σέ ἀγαποῦν καί τά θηρία»(ΑΛ 2026).
S.
<>
«Σ᾽ ἕνα γεμάτο πρωϊνό τραῖνο, ἕνας ἐπιβάτης πέφτει πάνω σ᾽ ἕνα ἄλλο ἐπιβάτη καί τόν βρίζει ἐπειδή μπῆκε στό δρόμο του. Εἶναι μιά ἀτυχής, ἀπερίσκεπτη στιγμή πού συνήθως δέν ἔχει περαιτέρω συνέπειες. Ὅμως, πῶς αἰσθάνεται αὐτός ὁ ἄντρας ὅταν, μιά ὥρα ἀργότερα, κάθεται ἀπέναντι ἀπό αὐτόν πού προσέβαλε στό τραῖνο, σέ μιά συνέντευξι γιά νά πιάση δουλειά!
Στό ταξίδι του πρός τή Δαμασκό, ὁ Σαούλ συνάντησε, ἐπίσης, ἕνα ἄτομο τό ὁποῖο δέν θά περίμενε ποτέ. Σταμάτησε ξαφνικά τό διωγμό του κατά τῶν Χριστιανῶν ἀπό ἕνα λαμπερό φῶς ἀπό τόν οὐρανό. Μιά φωνή τοῦ ἀπευθύνθηκε: “Σαούλ, Σαούλ, γιατί μέ διώκεις;”. Ὅταν ὁ Σαούλ ρώτησε: “Ποιός εἶσαι Κύριε;”, δέχτηκε τήν ἀπάντησι: “Ἐγώ εἶμαι ὁ Ἰησοῦς, τόν ὁποῖο διώκεις”(Πρξ 9, 5). Σοκαρισμένος ὁ Σαούλ ἔπρεπε νά καταλάβη τόν Ἴδιο τόν Υἱό τοῦ Θεοῦ κι ἔτσι ἦταν ἕνας ἔνοχος ἐνώπιόν Του. Αὐτή ἡ συνειδητοποίησι τόν ὁδήγησε στή μετάνοια. Ἀναγνώρισε ὅτι ἦταν ἁμαρτωλός πού χρειαζόταν τή Χάρι τοῦ Θεοῦ γιά τή σωτηρία του. Ἔτσι, ἔφτασε στήν προσωπική πίστι στόν Κύριο Ἰησοῦ.
Ὁ Θεός ἐπιθυμεῖ νά ἔρθουμε ὅλοι στή γνώσι τῆς ἀληθείας τώρα. Μέσῳ τοῦ Εὐαγγελίου πού κάνει γνωστό, θέλει νά συνειδητοποιήσουμε πόσο λανθασμένα ἔχουμε συμπεριφερθῆ ἀπέναντι σ᾽ Αὐτόν. Μέ τή Χάρι Του θέλει νά μᾶς ὁδηγήση στή μετάνοια καί στήν πίστι στό Σωτήρα, τόν Ἰησοῦ Χριστό, ὥστε νά μή Τόν συναντήσουμε μιά μέρα ὡς κριτή μας»(ΚΛ 2025).
S.
<>
«Μερικές φιλίες δέν χρειάζονται πολλά, ἀλλά μόνο δύο θέσεις στό γήπεδο. Ὁ Stephen δέν χάνει ἀγώνα τῆς ἀγαπημένης του ὁμάδος Liverpool, γιά νά περιγράφη στόν τυφλό φίλο του Mike, κάθε στιγμή, σάν νά τή βλέπη ὁ ἴδιος. Ἡ φωνή τοῦ Stephen, γίνεται τά μάτια τοῦ Mikel»(ΑΠ 115).
S.
<>
Μια ιστορία με έναν γάτο που έκανε την ιδιοκτήτριά του να πιστέψει στον Θεό
Ρασοφόρα μοναχή Ανατολία (Μαρτσούκ)
Την ιστορία που ακολουθεί, αστεία και ταυτόχρονα ενδυναμωτική για την πίστη, μου την διηγήθηκε η μοναχή Σεραφείμη, η καλή μου γνωστή και αδελφή εν Χριστώ, που εγκαταβιώνει σε ένα από τα μοναστήρια της Λευκορωσίας. Διακονεί στην έκθεση του μοναστηριού, που βρίσκεται κοντά στο Κυριακό της Μονής. Μια φορά, επιστρέφοντας στο κελί της, μετά από μια κουραστική μέρα, είδε στην αυλή του μοναστηριού ένα πολύ εντυπωσιακό γάτο.
Ήταν προφανές ότι ο γάτος δεν ήταν αδέσποτο. Σύμφωνα με την έκφραση της αδελφής Σεραφείμης, ήταν «μια εκπληκτικά καλοθρεμμένη μούρη, χνουδωτή και περιποιημένη», σκωτσέζικης ράτσας. Στο λαιμό του φορούσε ένα μοντέρνο κολάρο. Ο γάτος φαινόταν φοβισμένος. Ήταν προφανές ότι είχε χαθεί.
Η αδελφή Σεραφείμη προσπάθησε προσεκτικά να πάρει τον γάτο στην αγκαλιά της. Ο «επισκέπτης» ανταποκρίθηκε πρόθυμα και αποδέχτηκε την επαφή. Ήταν φανερό ότι είχε συνηθίσει την ανθρώπινη φροντίδα και την αγάπη και ένιωθε άνετα και ήσυχα στην αγκαλιά της αδελφής.
Στο κολάρο υπήρχε ένα ταμπελάκι με αριθμό τηλεφώνου. Όταν η αδελφή Σεραφείμη τηλεφώνησε, η ιδιοκτήτρια χάρηκε μέχρι δακρύων που βρέθηκε το κατοικίδιό της.
Έλεγε στο τηλέφωνο κλαίγοντας: «Θεέ μου, τον ψάχνουμε για δεύτερη μέρα! Είναι πλέον σαν μέλος της οικογένειας. Πού να το φανταστεί κανείς πως θα έτρεχε προς το μοναστήρι! Φυσικά, θα έρθω να τον πάρω τώρα!»
Όπως αποδείχθηκε, ο γάτος με το όνομα Μπάρι είχε φύγει από σπίτι, που βρίσκεται κυριολεκτικά δέκα λεπτά με τα πόδια από το μοναστήρι. Αξιοσημείωτο είναι ότι μέχρι τότε ο γάτος δεν είχε δείξει διάθεση για περιπέτειες. Ήταν πολύ σπιτόγατος.
Η ιδιοκτήτρια του γάτου, η Σβετλάνα, και η αδελφή Σεραφείμη μίλησαν για πάνω από μία ώρα.
Η Σβετλάνα είπε ότι τον τελευταίο καιρό η ίδια ένιωθε συχνά ότι κάτι σημαντικό έλειπε από τη ζωή της. Δεν είχε λόγο να παραπονιέται για τη ζωή της: έχει έναν υπέροχο σύζυγο, δύο παιδιά, ένα άνετο σπίτι, μια οικογενειακή επιχείρηση. Αλλά η ψυχή της ένιωθε ότι κάτι της λείπει...
Κάποια στιγμή αναρωτήθηκε:
– Μήπως ήταν ο ίδιος ο Θεός που με οδήγησε σε εσάς; Ποτέ δεν έχω νιώσει τόσο καλά... Μάλλον αυτός είναι ο λόγος που τα μοναστήρια ονομάζονται ιεροί τόποι!
Η αδελφή Σεραφείμη ξενάγησε τη Σβετλάνα στο μοναστήρι και την συνόδευσε με τον χνουδωτό φίλο της μέχρι τις πύλες του μοναστηριού.
Από εκείνη την ημέρα η Σβετλάνα άρχισε να επισκέπτεται το μοναστήρι και να συμμετέχει στις ιερές ακολουθίες. Οι υποχρεώσεις της δεν της επέτρεπαν να εκκλησιάζεται συχνά, αλλά τις Κυριακές ερχόταν στη λειτουργία, προσευχόταν και μετά από λίγο καιρό, για πρώτη φορά στη ζωή της, μετάλαβε.
Μετά από κάποιο χρονικό διάστημα, η Σβετλάνα σταμάτησε να εκκλησιάζεται τις Κυριακές. Η αδελφή Σεραφείμη ανησύχησε μήπως συνέβη κάτι. Από την ημέρα που γνωρίστηκαν, προσευχόταν για τη γυναίκα και επιθυμούσε ειλικρινά να γίνει άνθρωπος της Εκκλησίας.
Ξεκίνησε η Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Μακρές ιερές ακολουθίες, προσευχές μετανοίας... Η αδελφή Σεραφείμη επικεντρώθηκε στην σαρακοστιανή καθημερινότητα, αλλά συνέχιζε να θυμάται και να προσεύχεται για τη Σβετλάνα.
Την Πέμπτη της πρώτης εβδομάδας, η αδελφή Σεραφείμη, όπως συνήθως, ετοιμαζόταν για την ιερή ακολουθία. Αποφάσισε να βγει λίγο νωρίτερα, για να αναπνεύσει τον ανοιξιάτικο αέρα. Βγήκε στην αυλή και... χωρίς υπερβολή, δεν πίστευε στα μάτια της. Ο Μπάρι περπατούσε ήρεμος πάνω στο παρτέρι! Αυτή τη φορά δεν φαινόταν πια φοβισμένος, αλλά συμπεριφερόταν με ψυχραιμία, σαν να ήταν στο σπίτι του.
Η αδελφή Σεραφείμη πήρε ξανά τον γάτο αγκαλιά και πήρε τηλέφωνο την ιδιοκτήτριά του. Η Σβετλάνα δεν φάνηκε να εκπλήσσεται και είπε ότι θα έρθει αμέσως.
Όταν ήρθε να πάρει το κατοικίδιο, με απόλυτη σιγουριά είπε στη αδελφή Σεραφείμη ότι όλα αυτά δεν ήταν τυχαία.
– Καταλαβαίνετε, αδελφή, όταν ο Μπάρι χάθηκε για πρώτη φορά, με οδήγησε στην Εκκλησία. Ένιωθα ότι κάτι σημαντικό έλειπε από τη ζωή μου. Αλλά δεν μπορούσα να καταλάβω τι. Στην Εκκλησία όλα έγιναν ξεκάθαρα... Αλλά μετά ξανάρχισε να με απορροφά η ρουτίνα, οι δουλειές, τα ταξίδια... Ξανάρχισε η ζωή χωρίς τον Θεό... Ακριβώς σήμερα σκεφτόμουν να έρθω ή να μην έρθω στην ιερή ακολουθία. Αμφιταλαντευόμουν. Τεμπέλιαζα. Αλλά ο Μπάρι μόνος του είχε αποφασίσει τα πάντα για λογαριασμό μου!
Η Σβετλάνα πήγε τον φυγά που γουργούριζε από ικανοποίηση στο σπίτι, ενώ η ίδια επέστρεψε στο μοναστήρι. Πρόλαβε ακριβώς την αρχή του κανόνα του Αγίου Ανδρέα Κρήτης.
...Τι ωραίες ιστορίες γράφει η ίδια η ζωή, με τόση δεξιοτεχνία και τόσο χιούμορ. Και εμείς δεν έχουμε παρά να ευχαριστήσουμε Εκείνον που με την Πρόνοιά Του φροντίζει για μας...
Ρασοφόρα μοναχή Ανατολία (Μαρτσούκ)
X.
<>
Διηγεῖται ὁ Γέροντας Ἀνανίας Κουστένης: «Θυμᾶμαι, παιδάκι πού ἤμουν στό χωριό, πέρασε ἀπό ἐκεῖ ἕνας Ἁγιορείτης. Καί λέω:
—Γέροντα, ὅταν προσεύχεστε, πῶς αἰσθάνεστε;
Εἶχα ἔτσι περιέργεια σάν παιδάκι. Μοῦ λέει:
—Νά σοῦ πῶ, παιδί μου. Ὅταν προσεύχομαι κι ὅταν λέω τήν εὐχή, αἰσθάνομαι ἕνα μυστικό Ἰορδάνη νά διαπερνάη τήν ψυχή μου. Ἰορδάνης χαρᾶς, Ἰορδάνης ἀφέσεως. Μιά ἄνοιξη! Γίνομαι ἀγγελούδι. Ἀποκτάω φτερά. Ἀνεβαίνω ψηλά. Νιώθω εὐτυχισμένος»(ΓΑ, 71).
S.
<>
«Σ᾽ ἕνα μικρό χωριό τῆς Σερβίας, ἕνας νεαρός βοσκός βρῆκε στό βουνό ἕνα παλαιό, πήλινο ἀγγεῖο γεμάτο μέ χρυσά νομίσματα. Γεμάτος χαρά, ἔτρεξε στό σπίτι του καί τό ἔκρυψε κάτω ἀπ᾽ τό κρεββάτι.
Ἀπό ἐκείνη τή μέρα, ἡ ζωή του ἄλλαξε —ὄχι, ὅμως, πρός τό καλύτερο. Σταμάτησε νά τραγουδάη καθώς ἔβοσκε τά πρόβατα, δέν κοιμόταν πιά ἥσυχος τό βράδυ, καί κάθε φορά πού ἄκουγε ἕνα θόρυβο, φοβόταν ὅτι κάποιος ἔρχεται νά τοῦ κλέψη τόν θησαυρό.
Μετά ἀπό λίγους μῆνες, ἐξαντλημένος ἀπ᾽ τήν ἀγωνία καί τήν ἀγρύπνια, πῆρε τό ἀγγεῖο καί πῆγε νά βρῆ τόν γέροντα σοφό τοῦ χωριοῦ.
—Γέροντα, εἶπε, βρῆκα αὐτό τό χρυσάφι, ἀλλά ἀντί γιά εὐτυχία, μοῦ ἔφερε μόνο φόβο καί ἔγνοιες. Τί νά τό κάνω γιά νά βρῶ πάλι τήν ἠρεμία μου;
Ὁ γέροντας ἔπαιρνε τό ἀγγεῖο, ἔβγαλε τά νομίσματα καί τά μοίρασε στίς φτωχές χῆρες καί τά ὀρφανά τοῦ χωριοῦ, κρατώντας μόνο τό ἄδειο πήλινο δοχεῖο. Τό ἔδωσε πίσω στό βοσκό καί τοῦ εἶπε:
—Τό χρυσάφι ἦταν βαρειά ἀλυσσίδα γιά τήν ψυχή σου, ἐπειδή τό κρατοῦσες μόνο γιά σένα. Τώρα πού ἔγινε βοήθεια γιά τούς ἄλλους, πάρε τό ἄδειο ἀγγεῖο καί βάλε μέσα νερό ἀπ᾽ τήν πηγή γιά νά ξεδιψᾶς. Τό νερό τῆς πηγῆς θά σοῦ δώση ζωή καί ἡ συνείδησί σου θά εἶναι πάλι ἐλαφριά.
Τά ὑλικά πλούτη γίνονται βάρος ὅταν ἐγκλωβίζουν τήν ψυχή στό φόβο τῆς ἀπώλειας. Ἡ ἀληθινή χαρά βρίσκεται στήν προσφορά καί στήν ἁπλότητα»(https://orthodoxsmile.blogspot.com).
<>
«Ὁ Ἅγ. Ἀλέξανδρος τοῦ Svir (1448–1533), ἕνας ἀπ᾽ τούς σπουδαιότερους Ἁγίους τῶν βόρειων ρωσικῶν δασῶν, ζοῦσε σέ ἀπόλυτη φτώχεια κοντά στή λίμνη Ladoga.
Μία μέρα, ἕνας νεαρός βοσκός ἀπ᾽ τή γύρω περιοχή ἔχασε τό μοναδικό κοπάδι του ἀπό πρόβατα μέσα στή χιονοθύελλα. Ἀπελπισμένος, ἔτρεξε στήν καλύβα τοῦ Ἁγίου κλαίγοντας, φοβούμενος τήν ὀργή τοῦ ἀφεντικοῦ του. Ὁ Ἅγ. Ἀλέξανδρος δέν εἶχε δυνάμεις νά περπατήση μέσα στό χιόνι, ἀλλά γονάτισε καί προσευχήθηκε θερμά.
Ἔπειτα, ἔδωσε στό ἀγόρι τό ξύλινο μπαστούνι του καί τοῦ εἶπε:
—Πήγαινε στό μεγάλο πεύκο στήν ἄκρη τῆς χαράδρας, χτύπα τό μπαστούνι στό ἔδαφος τρεῖς φορές καί φώναξε τά πρόβατα.
Ὁ βοσκός ὑπάκουσε καί, πρός μεγάλη του ἔκπληξι, ὅλα τά πρόβατα βγῆκαν σῶα ἀπό τή χαράδρα μαζεμένα γύρω ἀπό τό σημεῖο. Ὁ Ἅγιος τοῦ ὑπενθύμισε τότε:
—Μήν εὐχαριστεῖς ἐμένα, ἀλλά τό Θεό πού ἀκούει τήν κραυγή τῶν ἀδυνάτων ὅταν ἔχουν καθαρή καρδιά»(https://orthodoxsmile.blogspot.com).
<>
«Σέ ἕνα χωριό κοντά στό Smolensk, ὁ Γέροντας Δανιήλ εἶχε ἕναν μικρό κῆπο μέ καρποφόρα δέντρα. Ὁ γείτονάς του, ἕνας ζηλόφθονος καί ἄπληστος ἄνθρωπος, ἔμπαινε κρυφά τίς νύχτες καί ἔκοβε τούς καρπούς γιά νά τούς πουλήση.
Ὁ Γέροντας γνώριζε ποιός ἦταν ὁ κλέφτης, ἀλλά δέν τόν κατήγγειλε ποτέ. Ἀντίθετα, κάθε ἀπόγευμα ἄφηνε στήν περίφραξι ἕνα καλάθι γεμᾶτο μέ τά καλύτερα φροῦτα καί ἕνα σημείωμα πού ἔγραφε:
"Γιά τόν ἀδελφό μου, γιά νά μήν κουράζεται μέσα στό σκοτάδι".
Ὁ γείτονας, βλέποντας τήν καλοσύνη καί τήν ἀνεξικακία τοῦ Γέροντα, ντράπηκε τόσο πολύ γιά τίς πράξεις του, πού σταμάτησε τήν κλοπή, πῆγε στόν Γέροντα Δανιήλ, ζήτησε συγχώρεσι καί έγινε ὁ πιό πιστός του φίλος καί βοηθός»(https://orthodoxsmile.blogspot.com).
<>
«Ἕνας Γέροντας περπατοῦσε στήν ἀκτή μαζί μέ ἕναν νέο πού ἀμφέβαλλε γιά τή δύναμι τῆς προσευχῆς καί τῆς καλῆς πράξεως.
Ὁ Γέροντας ἔσκυψε, πῆρε ἕνα μικρό βότσαλο καί τό ἔριξε στή γαλήνια θάλασσα.
—Δές, εἶπε στόν νέο. Τό βότσαλο εἶναι τόσο μικρό, κί ὅμως οἱ κύκλοι πού σχηματίζει ἁπλώνονται μέχρι ἐκεῖ πού δέν φτάνει τό μάτι σου.
Ἀκόμα καί ἡ πιό μικρή πράξi ἀγάπης ἤ μιά σύντομη προσευχή ἔχει ἀόρατο ἀλλά βαθύ ἀντίκτυπο σέ ὁλόκληρο τόν κόσμο»(https://orthodoxsmile.blogspot.com).
<>
«Στούς δρόμους τῆς Μόσχας, ἕνας ἡλικιωμένος ζητιάνος κατάφερε μετά ἀπό μία ὁλόκληρη μέρα στό κρύο νά μαζέψη μόλις τρία χάλκινα νομίσματα.
Καθώς ἐπέστρεφε στό καταφύγιό του:
Συνάντησε ἕνα ὀρφανό παιδί πού κρύωνε καί τοῦ ἔδωσε τό πρῶτο νόμισμα γιά νά πάρη ἕνα ζεστό ψωμί.
Συνάντησε μία φτωχή μάνα πού ἔκλαιγε καί τῆς ἔδωσε τό δεύτερο νόμισμα γιά νά ἀγοράση γάλα.
Ὅταν ἔφτασε στήν πόρτα τοῦ ναοῦ, φύλαξε τό τρίτο νόμισμα καί τό ἔριξε στό παγκάρι γιά τούς φτωχότερους ἀπό αὐτόν.
Ἐκείνη τή νύχτα, ὁ ζητιάνος ἀποκοιμήθηκε νηστικός. Στόν ὕπνο του εἶδε ἕναν ἄγγελο νά τοῦ δείχνη τρία λαμπερά διαμάντια στόν οὐρανό. Ὁ ἄγγελος τοῦ εἶπε:
—Τά χάλκινα νομίσματα πού ἔδωσες στή γῆ χάθηκαν, ἀλλά ἡ ἀγάπη μέ τήν ὁποία τά προσέφερες μετατράπηκε σέ θησαυρό πού σέ περιμένει στόν οὐρανό»(https://orthodoxsmile.blogspot.com).
<>
«Ένας φημισμένος ζωγράφος ἀποφάσισε νά φιλοτεχνήση τήν εἰκόνα τῆς ἀπόλυτης γαλήνης. Ταξίδεψε σέ ὅλο τόν κόσμο, ζωγράφισε ἤρεμες λίμνες, καταπράσινα λιβάδια καί ἡλιοβασιλέματα, ἀλλά τίποτε δέν τόν ἱκανοποιοῦσε.
Μία μέρα, βρέθηκε σ᾽ ἕνα βουνό ἐν μέσῳ μιᾶς τρομερῆς καταιγίδος. Ἀστραπές ἔσκιζαν τόν οὐρανό καί ὁ ἄνεμος ἔσπαγε τά δέντρα. Μέσα στή δίνη τῆς μπόρας, πρόσεξε ἕναν ἀπόκρημνο βράχο. Στήν ἐσοχή τοῦ βράχου, προστατευμένη ἀπό τή βροχή, ὑπῆρχε μία μικρή φωλιά. Μέσα στή φωλιά, ἕνα μικρό πουλί κοιμόταν ἥσυχα, ἀνεπηρεαστο ἀπ᾽ τόν χαλασμό γύρω του.
Ὁ ζωγράφος κατάλαβε ἀμέσως. Ἔφτιαξε τόν πίνακα μέ τήν μπόρα καί τό πουλάκι καί ἔγραψε ἀπό κάτω: "Πίστι".
Εἰρήνη δέν σημαίνει νά βρίσκεται κανείς σ᾽ ἕνα μέρος χωρίς θόρυβο καί δυσκολίες, ἀλλά νά ἔχη τή βεβαιότητα τῆς θείας προστασίας στήν καρδιά του, ὅση τρικυμία κι ἄν ἐπικρατῆ γύρω του»(https://orthodoxsmile.blogspot.com).
<>
Διηγεῖται ὁ Μητρ. Ἀργολίδος Νεκτάριος: «Ἦταν ἕνα ἀνοιξιάτικο ὄμορφο ἀπόγευμα, ὅταν χτύπησε τό καμπανάκι ἀπ᾽ τήν ἐξώπορτα τοῦ Μοναστηριοῦ. Ἄνοιξα καί ἀντίκρισα ἕξι νέα παιδιά, τρία ἀγόρια καί τρία κορίτσια, ὅλοι τους φοιτητές. Τούς πέρασα στό ναό κι ἔπειτα στό ἀρχονταρίκι γιά τό κέρασμα. Ἐκεῖ ἄρχισε ἡ συζήτησι. Ἀπ᾽ τά ἁπλά καί τετριμμένα ἐρωτήματα, γιά τό πότε χτίστηκε τό μοναστήρι, πόσο εἶναι τό ὑψόμετρο, ἄν ὑπάρχη νερό κλπ., περάσαμε στά οὐσιώδη. Ὅλοι τους ἔθεταν δύσκολα ἀλλά καίρια ἐρωτήματα. Ἀμφισβητοῦσαν τήν ὕπαρξι τοῦ Θεοῦ, τό ρόλο τῆς Ἐκκλησίας κλπ.. Παρά τήν ὀξύτητα πολλές φορές πού ἔπαιρνε ἡ συζήτησι, ἦταν ἐνδιαφέροντα παιδιά πού μέσα ἀπ᾽ τίς ἀμφιβολίες ἤ τίς ἀρνήσεις τους ἐξέφραζαν τήν ἀγωνία τους, τή "δίψα γιά καθαρό οὐρανό". Πέρασαν δύο ὧρες, ἴσως καί παραπάνω. Ἀπ᾽ τή συζήτησι κατάλαβα ὅτι ἦταν παιδιά πού στηρίζονταν πολύ στό μυαλό τους, στή λογική τους, στίς αἰσθήσεις τους. Δήλωναν ἄθεοι ἤ ἀγνωστικιστές. Ὅμως ἡ ἀθεΐα τους στηριζόταν στήν ἄγνοια. Δέν γνώριζαν στοιχειώδη πράγματα γύρω ἀπ᾽ τήν πίστι. Εἶναι κάτι πού κάνουν πολλοί ἄνθρωποι: Ἀρνοῦνται καί πολεμοῦν κάτι πού δέν τό γνωρίζουν καί τό πολεμοῦν μέ λαθεμένα ἐπιχειρήματα.
Κάποια στιγμή εὐχαρίστησαν καί σηκώθηκαν νά φύγουν. Τούς ἀποχαιρέτησα κι ἔφυγαν. Δέν κρύβω πώς ἔνιωσα καί μια μικρή ἀπογοήτευσι, γιατί μου ἔδωσαν τήν ἐντύπωσι πώς παρέμειναν πεισματικά στίς θέσεις τους, χωρίς κάποια ρωγμή. Ἔτσι μου φάνηκε.
Πέρασε λίγη ὥρα. Πῆρα ἕνα μπουκάλι λάδι γιά νά πάω στό παρεκκλήσι τοῦ Ἁγ. Νικολάου ν᾽ ἀνάψω τά καντήλια. Εἶναι ἕνα γραφικό ἐκκλησάκι τοῦ 16ου αἰώνα, ἑκατό μέτρα νότια τοῦ μοναστηριοῦ. Ἄνοιξα τήν πόρτα καί τι νά δῶ! Ἦταν οἱ νεαροί συνομιλητές μου· εἶχαν ἀνάψει ἕξι κεριά κι ἔνιωσαν τήν ἀνάγκη νά προσευχηθοῦν μπροστά στίς εἰκόνες. Λυπήθηκα πού τους διέκοψα ἀθελά μου. Δέν μποροῦσα νά φανταστῶ ὅτι... Ἔκαναν τό σταυρό τους ἀμήχανα καί ἑτοιμάστηκαν νά φύγουν. Τά βλέμματά μας διασταυρώθηκαν. Χαμογελάσαμε. Δέν ἄντεξα. Γύρισα καί τους εἶπα:
—Μᾶλλον ἡ καρδιά σας δέν συμφωνεῖ μέ τό μυαλό σας...
Ἔδειξαν νά συμφωνοῦν. Ἔφυγαν ἥσυχα. Ἔνιωσα μια χαρά μέσα μου. Ἄβυσσος ἡ ψυχή τοῦ ἀνθρώπου»(ΜΑ, 10).
Μητρ. Ἀργολίδος Νεκτάριος: «Θυμήθηκα κάτι τό ὁποῖο εἶχε πεῖ ἕνας καθηγητής.
—Ὅταν τό ἀεροπλάνο ἀρχίζει τίς ἀναταράξεις, τότε κανείς δέν εἶναι ἄθεος!»(ΜΑ, 13).
Μητρ. Ἀργολίδος Νεκτάριος: «»(ΜΑ, 15).
<>
Μητρ. Ἀργολίδος Νεκτάριος: «Μέ ἰδιαίτερη συγκίνησι θυμᾶμαι τόν ἀείμνηστο θεολόγο Ἀλέξανδρο Βάμβα, τό θαυμάσιο Ἱεροκήρυκα, πού πάντα εἶχε κάτι πρωτότυπο νά πῆ. Τόν εἴχαμε δύο χρονιές ἀρχηγό στήν κατασκήνωσι τοῦ Παρνασσοῦ. Λυπόταν ἀφάνταστα ὅταν ἔβλεπε νά πετάμε φαγητό, ἤ ψωμί. Μιά μέρα καθίσαμε στήν τραπεζαρία γιά τό γεῦμα. Ὅλοι τρώγαμε ἐκτός ἀπ᾽ τό Βάμβα. Ἀπορήσαμε. Στό τέλος σηκώθηκε ἀμίλητος, πῆρε ἕνα καλαθάκι, γύριζε ἕνα ἕνα τά τραπέζια καί μάζεψε ὅλα τά ὑπολείμματα ψωμιοῦ πού εἶχαν ἀφήσει τά παιδιά. Στήν τραπεζαρία εἶχε ἐπικρατήσει ἄκρα σιωπή. Ἀφοῦ γέμισε τό καλαθάκι, τό ἔδειξε σέ ὅλους καί εἶπε μέ νόημα:
—Αὐτό τό ψωμί, ἀλλοῦ τό λένε ψωμάκι!
Θυμήθηκα τότε ἀπό τίς διηγήσεις τῶν δικῶν μου γιά τή πείνα τῆς κατοχῆς, ὅταν μικρά παιδάκια, πρησμένα ἀπ᾽ τήν πείνα, ἔπεφταν στό δρόμο καί ψέλλιζαν: "ψωμάκι, ψωμάκι". Κι ἄφηναν τήν τελευταία τους πνοή.
Ἔπειτα ὁ Βάμβας κάθησε κι ἔφαγε ἀργά ἀργά ὅλα τά ψωμάκια. Αὐτό ἦταν τό φαγητό του ἐκείνη τή ἡμέρα.
Ἄλλοτε πάλι εἴχαμε μουσακά. Ἕνα παιδί δέν ἤθελε νά τό φάη. Δέν τό ἄφησε τουλάχιστον στήν ἄκρη. Πῆρε τήν ἀλατιέρα καί ἔριξε ὅλο τό ἁλάτι πάνω του, παίζοντας. Ὁ Βάμβας τό εἶδε. Εἶχε ἤδη φάει τή μερίδα του. Σηκώθηκε, πῆγε καί πῆρε τό πιάτο τοῦ παιδιοῦ καί τό ἔφαγε ὅλο χωρίς νά πῆ τίποτε. Τόν ρωτήσαμε μετά οἱ ὁμαδάρχες καί μάς εἶπε:
—Ἦταν λύσσα. Δέν τρωγόταν μέ τίποτε. Ὅμως, ἔπρεπε τό παιδί αὐτό, ἀλλά καί ὅλα τά παιδιά νά πάρουν ἕνα μάθημα»(ΜΑ, 22).
Μητρ. Ἀργολίδος Νεκτάριος: «Ὁ μακαριστός Βάμβας, πάντοτε ἐφευρετικός, θέλησε νά μάς δείξει διαφορετικά τή μεγάλη αὐτή ἀλήθεια. Πῆρε δέκα παιδιά τά ἔβαλε σέ κύκλο καί τοποθέτησε ἕνα ἑκατόδραχμο στό κέντρο τῆς τραπεζαρίας. Ὅλα τά παιδιά τῆς κατασκηνώσεως παρακολουθοῦσαν μέ ἐνδιαφέρον καί ἀπορία. Ὁ Βάμβας εἶπε στους δέκα:
—Μέ τό πού θά δώσω τό σύνθημα, θά τρέξετε ὅλοι στό κέντρο. Ὅποιος πιάσει πρῶτος τό κατοστάρικο, θά εἶναι δικό του!
Τά παιδιά ἑτοιμάστηκαν. Μόλις ἔδωσε τό σύνθημα ἔτρεξαν ὅλοι στό κατοστάρικο. Ἔγινε κακός χαμός. Κάποιος κατάφερε νά τό ἁρπάξη καί τό ἔδειχνε μέ καμάρι. Οἱ ὑπόλοιποι ἐννέα γύρισαν ἀπογοητευμένοι.
Ὁ Βάμβας ἐπανέρχεται. Βάζει πάλι τά παιδιά στόν κύκλο καί στό κέντρο τοποθέτησε ἕνα ἐσταυρωμένο. Τούς λέει τότε:
—Κάντε ἕνα βῆμα μπροστά... κι ἄλλο ἕνα. Κι ἄλλο... κι ἄλλο.
Ὅσο τά παιδιά πλησίαζαν πρός τό σταυρό στό κέντρο, τόσο καί πιό κοντά ἔρχονταν ὁ ἕνας στόν ἄλλον. Ὥσπου στό τέλος βρέθηκαν νά κρατοῦν ὁ ἕνας τό χέρι τοῦ ἄλλου.
Καί ὁ Βάμβας σχολίασε:
—Τί ἔχουμε πρῶτα στήν καρδιά μας; Τό χρῆμα; Τότε ξεχνοῦμε τόν Θεό καί τό συνάνθρωπο. Εἴδατε τί ἔγινε γιά τό ποῖος θά ἁρπάξει τό κατοστάρικο; Ἔτσι γίνεται μέ τους ἀνθρώπους, ὅταν κέντρο τῆς ζωῆς τους εἶναι τό χρῆμα. Θά πατήσουν ἐπί πτωμάτων γιά νά ἀποκτήσουν τό χρῆμα. Αὐτή εἶναι ἡ μεγάλη τους ἀγάπη.
Ὅταν, ὅμως, κέντρο τῆς ζωῆς μας εἶναι ὁ Χριστός, τά πράγματα ἀλλάζουν. Ὅσο πλησιάζουμε στό Χριστό, τόσο καί ἑνωνόμαστε μεταξύ μας. Ὅσο ἀγαπᾶμε τό Χριστό, τόσο περισσότερο ἀγαπᾶμε καί τους ἀδελφούς μας.
Ἦταν ἕνα ὑπέροχο ζωντανό μάθημα»(ΜΑ, 26).
Ἀναφέρει ὁ Μητρ. Ἀργολίδος Νεκτάριος: «Ἡ Εὐσταθία εἶναι μια ταλαντοῦχος φοιτήτρια. Ἀπ᾽ τά μαθητικά της χρόνια ἀσχολήθηκε μέ τόν ἀθλητισμό κι εἶχε πολλές ἐπιτυχίες, διακρίσεις, μετάλλια κλπ. σέ πανελλήνιο ἐπίπεδο. Ἐκεῖ, ὅμως, πού διακρίνεται περισσότερο εἶναι ἡ εὐαισθησία της στόν ἀνθρώπινο πόνο, ἡ θυσιαστική ἀγάπη της, ἡ δοτικότητά της. Οἱ πολλές ἐπιτυχίες δέν τῆς πῆραν τά μυαλά, ὅπως συμβαίνει συνήθως. Στήν Ἀθήνα ὅπου σπουδάζει, ζῆ μέ λιτότητα. Εἶχε μια ἀδυναμία: Νά ἀγοράση κάποια ἀθλητικά παπούτσια πού ἦταν πολύ ἀκριβά. Σιγά σιγά μάζεψε τά χρήματα καί πῆγε νά τά ἀγοράση. Ἡ χαρά της ἦταν μεγάλη. Δέν εἶχαν περάσει οὔτε δύο μέρες ὅταν ἀνέβηκε στήν Ὁμόνοια. Τελείωσε τή δουλειά της κι ἑτοιμάστηκε νά φύγη. Ἐκεῖ στήν Ὁμόνοια εἶδε ἕναν ταλαίπωρο ξυπόλυτο ζητιάνο. Χωρίς δισταγμό ἔβγαλε τά καινούρια παπούτσια καί τοῦ τά ἄφησε. Καί ἀπό τήν Ὁμόνοια περπάτησε ἡ ἴδια ξυπόλυτη ὥς τόν Πειραιά, ὅπου ἦταν τό σπίτι της»(ΜΑ, 30).
Διηγεῖται ὁ Μητρ. Ἀργολίδος Νεκτάριος: «Βρέθηκα σ᾽ ἕνα γνωστό μου σπίτι. Οἱ γονεῖς νέοι ἄνθρωποι ἀπό τήν παρέα τῆς Θήβας. Παντρεύτηκαν νωρίς, ἀπέκτησαν τρία παιδιά καί προσπαθοῦσαν νά τά μεγαλώσουν μέσα στήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Ἦταν ἡ περίοδος πού τά καλοκαίρια φιλοξενούσαμε ἐγκαταλελειμμένα παιδιά ἀπό Ρωσία καί Οὐκρανία. Οἱ ἴδιοι οἱ νεαροί γονεῖς βοηθοῦσαν μέ κάθε τρόπο τήν προσπάθεια αὐτή, εἴτε οἰκονομικά, εἴτε μέ ἐθελοντική ἐργασία. Ἐκεῖνο τό βράδυ συζητούσαμε γιά τίς ἱστορίες τῶν παιδιῶν αὐτῶν. Ὁ δωδεκάχρονος Τάκης ἄκουγε μέ πολύ ἐνδιαφέρον. Ὁ πόνος τῶν παιδιῶν αὐτῶν τόν συγκίνησε βαθιά. Ρωτοῦσε καί ξαναρωτοῦσε. Τοῦ φαίνονταν ὅλα ἀπίστευτα.
Πέρασαν λίγοι μῆνες. Λίγο μετά τά Θεοφάνια τούς ἐπισκέφθηκα καί πάλι. Στό τέλος ὁ Τάκης ἦρθε καί μου παρέδωσε μια σακούλα μέ χρήματα, λέγοντας:
—Εἶναι τά χρήματα πού μάζεψα ἀπό τά κάλαντα. Σᾶς τά δίνω γιά τά ὀρφανά παιδιά.
Δέν εἶχε πεῖ τίποτε οὔτε στους γονεῖς του»(ΜΑ, 30).
Ἅγ. Δημήτριος Stăniloae: «Ἡ ἀγάπη ἀνάμεσα σέ δύο πρόσωπα ἀποκαλύπτεται στήν προσφορά»(ΜΑ, 33).
«Ὁ Ἅγ. Νικόλαος εἶναι ὁ πιό λαοφιλής Ἅγιος στή Ρωσία, θεωρούμενος ὁ προστάτης τῶν φτωχῶν, τῶν ταξιδιωτῶν καί τῶν ἀδικημένων.
Σέ μία περίοδο λιμοῦ σέ μία πολίχνη κοντά στό Vladimir, μία φτωχή χήρα μέ τέσσερα μικρά παιδιά δέν εἶχε οὔτε μία κουταλιά ἀλεύρι στό σπίτι. Τήν παραμονή τῆς ἑορτῆς τοῦ Ἁγ. Νικολάου, τά παιδιά ἔκλαιγαν ἀπ᾽ τήν πείνα. Ἡ μητέρα, μήν ἔχοντας ἄλλη ἐλπίδα, ἄναψε ἕνα μικρό καντήλι μπροστά στήν εἰκόνα τοῦ Ἁγίου καί προσευχήθηκε ὅλη τή νύχτα.
Τό πρωΐ, ἀκούστηκε ἕνα ἐλαφρύ χτύπημα στήν πόρτα. Ὅταν ἄνοιξε, δέν βρῆκε κανένα, ἀλλά στήν εἴσοδο ὑπῆρχε ἕνα μεγάλο τσουβάλι γεμάτο φρέσκο ψωμί καί σιτάρι. Στό πάνω μέρος τοῦ τσουβαλιοῦ ὑπῆρχε ἕνα σημείωμα πού ἔγραφε ἁπλῶς: "Ἀπ᾽ τόν Ἅγ. Νικόλαο, γιά τά παιδιά". Ἡ ἱστορία αὐτή ἔμεινε ὡς ὑπενθύμισι ὅτι ἡ θερμή προσευχή τῶν ἀδυνάτων δέν μένει ποτέ ἀναπάντητη»(https://orthodoxsmile.blogspot.com).
<>
Μητρ. Ἀργολίδος Νεκτάριος: «Ὁ Μάριος ἦταν 15 χρονῶν, μαθητής Γυμνασίου, ὅταν κάποια συμπτώματα τόν ἔφεραν στό νοσοκομεῖο. Ἡ διάγνωσι ἦταν: Λευχαιμία. Ἀναστάτωσι στό σπίτι. Ὅλα ἦρθαν πάνω κάτω. Θά ἔπρεπε νά ὑποβληθῆ σέ πολύμηνη θεραπεία. Οἱ γιατροί ἔδιναν ἐλπίδες, ἀλλά κανείς δέν μπορεῖ νά εἶναι σίγουρος. Ὁ Μάριος πέρα ἀπ᾽ τήν ἐπώδυνη θεραπεία, θά ἔπρεπε νά ἀφήση τό σχολεῖο καί τους φίλους του οἱ ὁποῖοι τόν ὑπεραγαποῦσαν.
Ἔτσι βρέθηκε στό Νοσοκομεῖο Παίδων. Οἱ φίλοι του ἀναστατώθηκαν. Ἤθελαν κάτι νά κάνουν, ἤθελαν νά πᾶνε στό νοσοκομεῖο νά τόν δοῦν, ἀλλά αὐτό ἀπαγορευόταν. Μέ τή χημειοθεραπεία ἡ ἄμυνα τοῦ ὀργανισμοῦ πέφτει καί ὁ ἀσθενής εἶναι εὐάλωτος στίς λοιμώξεις. Καί βρῆκαν τόν τρόπο. Ἄρχισαν νά ἐπικοινωνοῦν μαζί του μέσω viber μέ βάρδιες, ὅλη μέρα. Δέν τόν ἄφηναν καθόλου. Ὅταν βγῆκε ἀπ᾽ τό νοσοκομεῖο, συνέχισε τίς θεραπεῖες στό σπίτι του. Καί οἱ συμμαθητές του κανόνιζαν τό πρόγραμμα. Μία τουλάχιστον ὥρα ἐπικοινωνία μέσῳ τοῦ viber. Τό πρωΐ πήγαιναν σχολείο καί ὅταν ἐπέστρεφαν περνοῦσαν ἀπαραιτήτως ἀπ᾽ τό σπίτι του. Ὁ Μάριος ἔβγαινε στό παράθυρο κι ἐκεῖνοι τοῦ μιλοῦσαν καί τοῦ ἔδιναν κουράγιο. Καί ὄχι μόνο αὐτό, μαζεύονταν στήν ἐκκλησία καί προσεύχονταν γιά τήν ἀποκατάστασι τῆς ὑγείας του. Δέν ἦταν οἱ μόνοι. Πάρα πολλοί ἄνθρωποι μικροί καί μεγάλοι, προσεύχονταν γιά τόν Μάριο. Ἔτσι ὁ Μάριος χάρι στήν ἔμπρακτη ἀγάπη τόσων ἀνθρώπων, καί ἰδιαίτερα τῶν συμμαθητῶν του, δέν ἔμεινε λεπτό μόνος. Εἶχε μόνιμη συντροφιά, εἴτε μέ τό viber, εἴτε ἀπ᾽ τό παράθυρο, εἴτε μέ τήν προσευχή τόσων ἀνθρώπων.
Ἡ θεραπεία προχώρησε χωρίς προβλήματα. Σέ λίγους μῆνες ὁ Μάριος εἶχε ἀποθεραπευτῆ, πολύ πιό σύντομα, πρός ἔκπληξι τῶν γιατρῶν. Σίγουρα ἡ συγκινητική ἀγάπη τῶν συμμαθητῶν του εἶχε παίξει σημαντικό ρόλο. Ὁ Μάριος ἐπανῆρθε στό σχολείο, τά μαλλιά του μεγάλωσαν, τίποτε πιά δέν θυμίζει τήν ἀρρώστια. Καί ὁ ἴδιος δέν μπορεῖ νά λησμονήση τήν ἔμπρακτη ἀγάπη καί προσφορά τῶν συμμαθητῶν του»(ΜΑ, 33).
Λέει ὁ Μητρ. Ἀργολίδος Νεκτάριος: «Θυμήθηκα τόν σκληρό ἀλλά καί τόσο ρεαλιστικό λόγο τοῦ μακαριστοῦ Μητροπολίτη Σιατίστης Παύλου:
"Ὅταν ἕνα παιδί δέν γνωρίσει ἀπ᾽ τό σπίτι του τό Θεό, παρά μόνο τήν εἰρωνεία, ὅταν θά πεθάνη ἀπό πρέζα, δέν ἔχεις δικαίωμα νά κλάψης, νά παραπονεθῆς. Ἐσύ ἐγκλημάτησες καί δέν τό ἀναιρῶ. Τό παιδί ἔχει δικαίωμα νά ἀποφασίση τήν ἀθεΐα του. Ὄχι, ὅμως, νά τήν ἐπιβάλλης μέ τόσο εἰρωνικό καί ἀπαξιωτικό τρόπο. Ἄστο τουλάχιστον νά ψάξη"»(ΜΑ, 45).
Ἀναφέρει ὁ Μητρ. Ἀργολίδος Νεκτάριος: «Διάβαζα σ᾽ ἕνα πρόσφατο δημοσίευμα:
"Ὁ συγχωρεμένος Θόδωρος Πάγκαλος, μέσα στήν τρέλλα πού τόν ἔδερνε, διηγοῦνταν μιά πολύ ὡραία ἱστορία ἀπ᾽ τά πρῶτα χρόνια τῆς κυβερνήσεως τοῦ Ἀνδρέα. Εἶχε πάει σέ μια ἐκδήλωση Μικρασιατῶν τῆς ἐκλογικῆς του περιφέρειας καί δέχτηκε σφοδρή κριτική, διότι ὁ Ἀνδρέας δέν εἶχε βάλει στό πρόγραμμα τοῦ ΠΑΣΟΚ τήν... ἀνακατάληψι τῆς Πόλεως. Ὁ Πάγκαλος συμφώνησε μαζί τους, προτρέποντάς τους μάλιστα νά βγάλουν ἕνα ψήφισμα ὑπογεγραμμένο ἀπό ὅλους τους παρισταμένους, τό ὁποῖο θά παρέδιδε αὐτός στόν Πρόεδρο. Συμφώνησαν ἅπαντες ἐνθουσιασμένοι καί τόν ἐξουσιοδότησαν νά συντάξη τό κείμενο ἐκείνη τή στιγμή. Ἀλλά ὅταν ὁ Θόδωρος ἔγραψε στό τέλος τοῦ ψηφίσματος, ‘ἀποδέχομαι τήν ἄμεση ἐπιστράτευσι ἑνός γιοῦ ἤ ἐγγονοῦ μου, καθώς καί τήν αὔξησι τῶν φόρων μου, γιά τήν πραγμάτωσι τοῦ ἐθνικοῦ στόχου τῆς ἀπελευθερώσεως τῆς Βασιλεύουσας ἀπ᾽ τους Τούρκους ̓, κανένας δέν ἔβαλε τήν ὑπογραφή του ἀπό κάτω"»(ΜΑ, 78).
Pestalozzi: «Ὅποιος ἔχει δάσκαλο τόν ἐγωϊσμό του, ἔχει τρελλό δάσκαλο»(ΜΑ, 79).
Λαϊκό Γνωμικό: «Γιά νά μπορῆς νά ἀτενίσης,
πρέπει κάπου νά σταθῆς καί νά πατήσης...»(ΜΑ, 97).
<>
«Στό Χριστό
(Τό τραγούδι τοῦ Ἰούδα)
Ἐσύ πού μᾶς μιλοῦσες
στούς λόφους τήν αὐγή
Ἐσύ πού ὅταν γελοῦσες
γελοῦσε ὅλη ἡ γῆ.
Ἐσύ πού ἀκουμποῦσες
καί γιάτρευες πληγές
Ἐσύ πού μᾶς ρωτοῦσες
ποῦ βγῆκε ὁ ἥλιος χτές.
Καί οἱ κουφοί Σ᾽ ἀκούγαν
Σέ βλέπαν οἱ τυφλοί
οἱ ἄλαλοι μιλοῦσαν
σ᾽ ἀκολουθοῦσαν οἱ χωλοί.
Σακάτηδες ἄφησαν τό κρεββάτι
τούς τάφους οἱ νεκροί
μά οἱ "καλοί" Σέ διώξαν
γιατ᾽ ἤθελες καινούργια ἠθική.
Ἀπό τόν οὐρανό Σου
καί μάνα καί ψωμί
μά ἐγώ ὅταν διψοῦσες
Σέ πότισα μέ ξύδι καί χολή.
Στό άχραντό Σου χέρι
ἐκάρφωσα καρφί
καί στό σεπτό Σου σῶμα
τῆς λόγχης τό κεντρί.
Σέ κάποια ἐκκλησιά Σου
μιά νύχτα Θεέ θά ᾽ρθῶ
ὁ κόσμος νά μή βλέπει
πῶς θά προσευχηθῶ.
Θαρθῶ νά γονατίσω
στήν κούνια Σου μωρό
νά πάρω λίγη ἐλπίδα
γιά νά Σ᾽ ἀκολουθῶ.
Θά ᾽ρθῶ νά Σέ φιλήσω
στόν ξύλινο σταυρό
καί δέν θά σέ προδώσω
μέ τό φιλί μου τό στερνό»(ΜΑ, 117).
<>
Διηγεῖται ὁ Μητρ. Ἀργολίδος Νεκτάριος: «Ἡ συζήτησι τράβηξε σέ μάκρος. Θά σταθῶ μόνο στό γεγονός τό ὁποῖο μοῦ διηγήθηκε.
"Ξέρεις, ἐμεῖς στά Ἐξάρχεια εἴμαστε ἀρκετά παιδιά. Κάναμε πολλά καί διάφορα. Μεταξύ μας ξεχώριζε κι ἕνας ἀναρχικός, πολύ προχωρημένος. Ὅχι μόνο οἱ ἀστυνομικοί καί οἱ κάτοικοι τῆς περιοχῆς τόν ἔτρεμαν, ἀλλά κι ἐμεῖς ἀκόμη. Κανείς δέν τολμοῦσε νά τόν πλησιάση. Ἦταν φάσι ὁ ἄνθρωπος. Ἔτσι καί τόν ἐνοχλοῦσε κανείς, τοῦ τήν ἔπεφτε ἄγρια. Ὅλοι τοῦ μιλούσαμε ἀπό ἀπόστασι.
Κάποια μέρα, λοιπόν, τόν εἴδαμε ἀπ᾽ τό πρωΐ νά κάθεται σ᾽ ἕνα παγκάκι ἀμίλητος καί σκεπτικός. Φαινόταν ὅτι κάτι τόν ἀπασχολοῦσε ἔντονα. Κανείς, ὅμως, δέν τολμοῦσε νά τόν πλησιάση. Πέρασαν πολλές ὧρες. Αὐτός ἐκεῖ, ἀμίλητος. Κάποια στιγμή πρός τό ἀπόγευμα κάποιοι ἀπ᾽ τήν παρέα τολμήσαμε νά τόν πλησιάσουμε. Τόν ρωτήσαμε ἄν θέλη κάτι. Καί τότε αὐτός ὁ σκληρός ἄντρας ξέσπασε σέ κλάματα. Ἔκλαιγε σάν μικρό παιδί καί φώναξε:
—Ὅλη τήν ἡμέρα ψήνομαι στόν πυρετό καί κανείς δέν ἦρθε νά μέ ρωτήση τί έχω!".
Ἦταν γιά μένα μιά ἔκπληξι. Φαντάσου, αὐτός ὁ σκληρός ἐπαναστάτης εἶχε τόση ἀνάγκη ἀπό λίγη ἀγάπη καί τρυφερότητα»(ΜΑ, 120).
<>
Θυμᾶται ὁ Μητρ. Ἀργολίδος Νεκτάριος: «Μέ ἐπισκέφθηκαν στό γραφεῖο μου ὁ πρόεδρος καί τά μέλη τοῦ δεκαπενταμελοῦς Λυκείου τοῦ Ναυπλίου. Συνήθως αὐτό συμβαίνει παραμονές τῆς πενθήμερης ἐκδρομῆς, ὁπότε ἔρχονται νά ζητήσουν κάποια οἰκονομική ἐνίσχυσι. Τά ἔβλεπα νά μέ κοιτοῦν μέ ἀμηχανία. Γιά νά τούς βοηθήσω νά ἀποβάλουν τό ἄγχος, τούς ρώτησα:
—Παιδιά, χαίρομαι πού σᾶς βλέπω. Πεῖτε μου, ὅμως, ποιός καλός ἄνεμος σᾶς ἔφερε ἐδώ;
Πῆρε τό λόγο ὁ πρόεδρος. Κομπιάζοντας εἶπε:
—Νά, ξέρετε, δέν ἔχουμε κάτι ἰδιαίτερο. Νιώσαμε τήν ἀνάγκη νά ἔρθουμε νά σᾶς δοῦμε... Πῶς νά τό πῶ; Θέλουμε νά μᾶς δώσετε λίγη ἐλπίδα.
Μοῦ ἔκανε βαθειά ἐντύπωσι. Μέσα σ᾽ ἕνα κόσμο πού καταστρέφει συστηματικά κάθε ἐλπίδα, τά νέα αὐτά παιδιά ἦρθαν νά ζητήσουν ἐλπίδα!»(ΜΑ, 121).
<>
Ἀναφέρει ὁ Μητρ. Ἀργολίδος Νεκτάριος: «Γιά μία ἀκόμη φορά βρέθηκα σέ σχολεῖο νά μιλήσω σε μαθητές Λυκείου. Μιλήσαμε γιά πολλά θέματα. Μιά μαθήτρια τῆς Γ´ Λυκείου ἔθεσε τό θέμα τῶν ἐκτρώσεων. Ἄρχισε ἡ συζήτησι, εἶπα μερικά πράγματα. Ἡ μαθήτρια αὐτή ἄρχισε νά ἀπευθύνη ἀπανωτές ἐρωτήσεις. Δέν συμφωνοῦσε μέ καμμία ἀπάντησι, οὔτε στίς θέσεις τῆς Ἐκκλησίας. Ἄρχισε τά δικά τῆς τσιτάτα, ὅτι "τό ἔμβρυο δέν εἶναι ἄνθρωπος", ὅτι "ἡ γυναίκα ἔχει τό δικαίωμα νά κάνη ὅ,τι θέλει τό κορμί της καί νά ἀποφασίζη γιά τό ἔμβρυο". Δέν ἄφηνε κανένα συμμαθητή της νά μιλήση καί ἄν κάποιος ἐξέφραζε τίς ἀντιρρήσεις του, ἡ ἐν λόγῳ μαθήτρια τόν διέκοπτε... μέ δημοκρατικές διαδικασίες. Ὅλα τά παιδιά εἶχαν θυμώσει. Κι ἐγώ προσπαθοῦσα νά κρατήσω τήν ψυχραιμία μου.
Κάποια στιγμή γύρισε καί μέ εἰρωνικό ὕφος μέ ρώτησε:
—Ἐσεῖς, ἄν σᾶς ρωτοῦσε μια ἔγκυος, τί θά τῆς λέγατε; Νά κάνη ἤ νά μήν κάνη έκτρωσι;
Σκέφθηκα ἀστραπιαῖα νά ἀλλάξω ὕφος. Χρειαζόταν μιά δυνατή παρέμβασι. Μέ πολλή σοβαρότητα τῆς εἶπα:
—Σέ μία μόνο περίπτωσι θά συνιστοῦσα τήν έκτρωσι.
Γούρλωσε τά μάτια. Σταμάτησα λίγο καί συνέχισα:
—Μόνο στή μάνα σου ὅταν ἦταν ἔγκυος σε σένα...
Τό σοκ ἦταν πολύ δυνατό. Ἔπεσε παγωμάρα. Ἔχασε τή φωνή τῆς. Κάπου ἐκεῖ τελείωσε ἡ συζήτησι μέ τά τυπικά, εὐχαριστίες κλπ.. Ὅμως, ἔγινε κάτι πού δέν τό περίμενα. Ἦρθε κοντά μου νά ζητήση συγγνώμη κι ἔπιασε νά κλαίη μέ λυγμούς. Μαζί της καί οἱ συμμαθήτριές τῆς. Καθίσαμε κι ἄλλη μισή ὥρα. Ἠρέμησε πλέον. Ἦταν ἄλλος ἄνθρωπος. Ποιος ξέρει τί συνέβαινε στήν ψυχή της»(ΜΑ, 123).
<>
Θυμᾶται ὁ Μητρ. Ἀργολίδος Νεκτάριος: «Ἡ Εὔα ἦταν μια πανέξυπνη καί ἄριστη μαθήτρια. Ἐντελῶς, ὅμως, ἀντιδραστική καί ἐριστική. Παρακολουθοῦσε πρότυπο ἰδιωτικό σχολεῖο. Ὅταν ἔμπαινε ὁ θεολόγος στήν τάξι, γύριζε ἀντίθετα καί κοίταζε τόν τοῖχο. Παρίστανε τήν ἄθεη. Καί εἶχε συνεχῶς ἐνστάσεις, ἐπιχειρήματα. Ἄκουγε, ὅμως. Τίποτε δέν τήν ἄφηνε ἀδιάφορη. Καί στά διαγωνίσματα ἔγραφε ἄριστα στά θρησκευτικά. Ὁ θεολόγος, ἄνθρωπος ἀνοιχτός, δέν πήγαινε κόντρα, τήν ἀποδεχόταν. Δέν τήν καταδίκαζε οὔτε τήν κατέκρινε.
Συνήθιζε τό σχολεῖο τή Μ. Τεσσαρακοστή νά ἀνεβαίνουν στό μοναστήρι γιά τήν ἀκολουθία τῶν Χαιρετισμῶν. Θυμᾶμαι, γέμιζε ἡ ἐκκλησία μέ νέα παιδιά, τά ὁποῖα εἶχαν μαζί τους ἕνα βιβλιαράκι μέ τούς Χαιρετισμούς καί μ᾽ ἕνα κερί παρακολουθοῦσαν τούς ὕμνους. Ὁ ναός ἦταν στρωμένος μ᾽ ἕνα ψάθινο χαλί καί τά παιδιά κάθονταν κάτω. Δέν ὑπῆρχαν μικρόφωνα, οὔτε ἠλεκτρικά φῶτα παρά μόνο τό φῶς τῶν καντηλιῶν. Οἱ ψαλμωδίες ἁπλές χωρίς φιοριτοῦρες καί κορῶνες. Ὅλα δημιουργοῦσαν ἕνα κλίμα κατανύξεως. Ἔβλεπα τά παιδιά αὐτά προσηλωμένα, δέν ἀκούστηκε ὁ παραμικρός θόρυβος.
Ὅταν τελείωσε ἡ ἀκολουθία, ἡ Εὔα πλησίασε μέ δάκρυα τόν καθηγητή καί τοῦ εἶπε:
—Κύριε, μή μᾶς μιλήσετε πάλι γιά τόν Θεό. Σήμερα καταλάβαμε!
Γιά ἄλλη μια φορά κατάλαβα τήν ἀξία τῆς Ὀρθόδοξης λατρείας καί πόσο μπορεῖ νά μιλήση στίς ψυχές τῶν ἀνθρώπων. Μια λατρεία, ὅμως, πού γίνεται σωστά. Γιατί αὐτό πού ζοῦμε σήμερα στίς ἐκκλησίες μας εἶναι κακέκτυπο λατρείας καί ἀπωθητική, ἰδίως γιά τά νέα παιδιά.
Τριάντα χρόνια περίπου μετά, συνάντησα τήν Εὔα σέ μιά ἐκδήλωσι. Μέ ἀναγνώρισε ἀμέσως καί μοῦ εἶπε:
—Ποτέ δέν μπορῶ νά ξεχάσω τήν ἐπίσκεψι στό μοναστήρι σας κι ἐκεῖνο τό ὑπέροχο βραδινό μέ τούς Χαιρετισμούς!»(ΜΑ, 137).
<>
Ἀναφέρει ὁ Μητρ. Ἀργολίδος Νεκτάριος: «Γνώριζα μια οἰκογένεια. Εἶχαν τρία παιδιά. Δέν εἶχαν μάθει τίποτε ἄλλο, παρά μόνο νά διαβάζουν. Στίς ἀρχές ἔρχονταν στίς συναντήσεις, ἀλλά ὅσο περνοῦσαν τά χρόνια ἄρχισαν νά ἀραιώνουν. Τό ἴδιο καί στήν ἐκκλησία. Μικρά πήγαιναν στό ἱερό νά διακονήσουν τούς ἱερεῖς ἤ στό ἀναλόγιο. Κι ἐδῶ σιγά σιγά ἄρχισαν νά ἀραιώνουν. Συνάντησα κάποια μέρα τή μητέρα.
—Γιατί χάθηκαν τά παιδιά; Δέν τά βλέπω οὔτε στήν ἐκκλησία, οὔτε στίς συναντήσεις.
—Ἄ, πάτερ μου, τώρα ἔχουν πολύ διάβασμα. Δέν προλαβαίνουν.
—Μα οὔτε μία ὥρα τήν Κυριακή στήν ἐκκλησία;
—Ἔχουν φροντιστήριο. Ὁ καθηγητής ἔρχεται 8 ἡ ὥρα τό πρωΐ τῆς Κυριακῆς, γιατί δέν ἔχει ἄλλες ὧρες.
Οἱ προτεραιότητες ἦταν τά μαθήματα, ὄχι ὁ Χριστός...
Μέ τά χρόνια τά παιδιά μπήκαν στό πανεπιστήμιο. Εἶχαν καλές ἐπιδόσεις, ἀλλά μόνο ἐκεῖ. Κάποια μέρα ἦρθε νά μέ δῆ ἡ μητέρα.
—Πάτερ μου, ἔχω πρόβλημα μέ τά παιδιά μου. Καλά παιδιά, πᾶνε καλά στίς σπουδές, ἀλλά δέν πιστεύουν, δέν ἐκκλησιάζονται...
—Μα εἶναι φυσικό ἐπακόλουθο, τῆς εἶπα.
—Δηλαδή;
—Θυμᾶστε τότε πού μοῦ λέγατε, ὅτι προτεραιότητα ἔχουν τά μαθήματα; Δέν ἦταν ὁ Θεός προτεραιότητα. Καί ὅταν ὁ Καθηγητής ἔβαζε φροντιστήριο τήν Κυριακή καί μάλιστα τήν ὥρα τοῦ ἐκκλησιασμοῦ, δέν διαμαρτυρηθήκατε. Ἔτσι δώσατε τό μήνυμα ὅτι ὁ Θεός εἶναι σε ὑποδεέστερη θέσι ἀπ᾽ τά μαθήματα. Δέν εἶναι φυσικό ἐπακόλουθο τά παιδιά νά ξεχάσουν τό Θεό;
Μέ ἄκουγε μέ κατεβασμένο κεφάλι. Δυστυχῶς δέν εἶναι ἡ μόνη. Αὐτό συμβαίνει σε πάρα πολλές ἑλληνικές οἰκογένειες. Ξεχάσαμε αὐτό πού ἔλεγαν οἱ παλαιοί: "Πρῶτα ὁ Θεός"»(ΜΑ, 147).
<>
«Ἡ Ἁγ. Γαβριηλία πού ἔζησε χρόνια στήν Ἰνδία ὡς ἱεραπόστολος θά μᾶς πῆ:
"Ἐμεῖς πού γνωρίζουμε τό Χριστό ἀλλά ψάχνουμε σε ἀνατολικές φιλοσοφίες ἤ σε τεχνικές ὅπως ἡ yoga, εἶναι σάν νά ἔχουμε τελειώσει τό πανεπιστήμιο καί ζητᾶμε πάλι νά πᾶμε στό δημοτικό"»(ΜΑ, 218).
turk.
<>
Γιῶργος:
«Ἔλα μή μένεις στίς σκιές
πᾶμε στόν ἥλιο!
Ἔλα νά βροῦμε τίς χαρές
πού ἡ φθορά δέν σβήνει...
Μετακινήσου! Ἔρχονται
ἡμέρες πού ἀνθίζουν...»(ΜΑ, 265).
<>
Ἕνας πλούσιος ἄνθρωπος μαζί μέ τό γυιό του λάτρευαν νά συλλέγουν σπάνια ἔργα τέχνης. Εἶχαν τά πάντα στή συλλογή τους, ἀπό Picasso μέχρι Raphael. Συχνά κάθονταν μαζί καί θαύμαζαν τά σπουδαῖα ἔργα τέχνης. Ὅταν ξέσπασε ὁ πόλεμος στό Vietnam, ὁ γυιός πῆγε στόν πόλεμο. Ἦταν πολύ θαρραλέος καί πέθανε στή μάχη σώζοντας ἕνα ἄλλο στρατιώτη. Ὁ πατέρας τοῦ εἰδοποιήθηκε καί λυπήθηκε βαθειά γιά τό μονάκριβο γυιό του. Περίπου ἕνα μῆνα ἀργότερα, ἀκριβῶς πρίν τά Χριστούγεννα, κάποιος χτύπησε τήν πόρτα του. Ἕνας ἄντρας στεκόταν στήν πόρτα κρατώντας στά χέρια ἕνα μεγάλο πακέτο.
Εἶπε:
—Κύριε, δέν μέ γνωρίζετε, ἀλλά εἶμαι ὁ στρατιώτης γιά τόν ὁποῖο ὁ γυιός ἔδωσε τή ζωή του. Ἔσωσε πολλές ζωές ἐκείνη τή μέρα, καί μετέφερε ἐμένα στό καταφύγιο ὅταν μιά βολίδα τόν χτύπησε στήν καρδιά καί πέθανε ἀμέσως. Μίλαγε συχνά γιά ἐσᾶς, καί γιά τήν ἀγάπη σᾶς γιά τήν τέχνη.
Ὁ νεαρός παρέδωσε τό πακέτο.
—Τό ξέρω ὅτι δέν εἶναι μεγάλο ἔργο. Δέν εἶμαι μεγάλος ζωγράφος, ἀλλά νομίζω ὅτι ὁ γυιός σας θά ἤθελε νά τό ἔχετε.
Ὁ πατέρας ἄνοιξε τό πακέτο. Ἦταν ἕνα πορτραῖτο τοῦ γιοῦ του, ζωγραφισμένο ἀπ᾽ τόν νεαρό. Κοίταξε μέ δέος τόν τρόπο πού ὁ στρατιώτης εἶχε ἀποτυπώσει τήν προσωπικότητα τοῦ γιοῦ τοῦ στόν πίνακα. Ὁ πατέρας εἶχε τόσο ἀπορροφηθῆ ἀπ᾽ τά μάτια πού τά δικά του μάτια πλημμύρησαν μέ δάκρυα. Εὐχαρίστησε τό νεαρό καί προσφέρθηκε νά τόν πληρώση γιά τόν πίνακα.
—Ὄχι κύριε, ποτέ δέν θά μποροῦσα νά ξεπληρώσω αὐτό πού ὁ γυιός σας ἔκανε γιά μένα. Εἶναι δῶρο.
Ὁ πατέρας κρέμασε τό πορτραῖτο. Κάθε φορά κατά τήν ὁποία ἔρχονταν ἐπισκέπτες στό σπίτι του τούς ἔδειχνε πρῶτα τό πορτραῖτο τοῦ γυιοῦ του πρίν τούς δείξη ὁτιδήποτε ἄλλο ἀπ᾽ τά σπουδαῖα ἔργα τέχνης τά ὁποῖα εἶχε συλλέξει.
Ὁ πατέρας αὐτός πέθανε μερικούς μῆνες ἀργότερα. Ἐπρόκειτο μετά νά γίνη μιά μεγάλη δημοπρασία μέ τούς πίνακές του. Εἶχαν συγκεντρωθῆ πολλοί ἄνθρωποι ἐπιρροῆς. Ἦταν συνεπαρμένοι πού ἔβλεπαν τούς σπουδαίους πίνακες καί εἶχαν τήν εὐκαιρία νά ἀγοράσουν κάποιον γιά τή συλλογή τους. Τοποθετήθηκε στήν πλατφόρμα ἡ ζωγραφιά τοῦ γυιοῦ. Ὁ δημοπράτης χτύπησε τό σφυρί του.
—Θά ἀρχίσουμε τίς προσφορές μέ αὐτό τόν πίνακα τοῦ γιοῦ. Ποιός θά προσφέρh γι᾽ αὐτόν τόν πίνακα;"
Δέν μιλοῦσε κανείς...
Τότε μιά φωνή ἀκούστηκε ἀπ᾽ τό βάθος τῆς αἴθουσας:
—Θέλουμε νά δοῦμε τούς διάσημους πίνακες. Προσπέρασε αὐτόν.
Ἀλλά ὁ δημοπράτης ἐπέμεινε:
—Θά προσφέρη κάποιος γι᾽ αὐτόν τόν πίνακα; Ποιός θά ἀρχίση νά προσφέρη; 100 δολλάρια, 200 δολλάρια;
Ἀκούστηκε μιά ἄλλη φωνή θυμωμένη:
—Δέν ἤρθαμε νά δοῦμε αὐτόν τόν πίνακα. Ἦρθαμε νά δοῦμε τούς πίνακες τῶν Van Gogh καί Rembrandt. Συνέχισε μέ τίς ἀληθινές προσφορές.
Ἀλλά ὁ δημοπράτης ἐξακολούθησε νά ἐπιμένη:
—Ὁ γυιός! Ὁ γυιός! Ποιός θά πάρη τό γυιό;
Τελικά, μιά φωνή ἀκούστηκε ἀπ᾽ τό πίσω μέρος τῆς αἴθουσας. Ἦταν ὁ κηπουρός πού δούλεψε γιά πολλά χρόνια γιά τόν ἄνδρα καί τό γυιό του.
—Θά προσφέρω 10 δολλάρια γι᾽ αὐτό τόν πίνακα...
Καθώς ἦταν φτωχός, ἦταν ὅλα ὅσα μποροῦσε νά προσφέρη.
—Ἔχουμε 10 δολλάρια, ποιός θά προσφέρει 20 δολλάρια;
—Δῶστε τόν σέ αὐτόν γιά 10 δολλάρια.
—Ἄς δοῦμε τούς Κυρίους.
Τό πλῆθος ἐξαγριωνόταν.
Δέν ἤθελαν τόν πίνακα τοῦ γιοῦ.
Ἤθελαν τίς ἐπενδύσεις πού ἄξιζαν περισσότερο γιά τίς συλλογές τους.
Ὁ δημοπράτης χτύπησε τό σφυρί του.
—Πᾶμε ἕνα, δύο, πουλήθηκε γιά 10 δολλάρια!
Ἕνας ἄνδρας πού καθόταν στή δεύτερη σειρά φώναξε:
—Τώρα ἄς πᾶμε στή συλλογή!
Ὁ δημοπράτης ἄφησε κάτω τό σφυρί του:
—Λυπᾶμαι κύριοι, ἡ δημοπρασία τελείωσε.
—Καί τί θά γίνη μέ τούς πίνακες;
—Λυπᾶμαι. Ὅταν προσκλήθηκα γιά νά πραγματοποιήσω αὐτή τή δημοπρασία, μοῦ εἶπαν γιά μιά μυστική ρήτρα πρόθεσεως... Δέν μοῦ ἐπιτρεπόταν νά ἀποκαλύψω αὐτή τή ρήτρα μέχρι τώρα. Μόνο ὁ πίνακας τοῦ γιοῦ θά ἔμπαινε σέ δημοπρασία. Αὐτός πού θά ἀγόραζε αὐτόν τόν πίνακα θά κληρονομοῦσε ὅλη τήν περιουσία, συμπεριλαμβανομένων καί τῶν πινάκων. Ὁ ἄνδρας πού πῆρε τόν γυιό παίρνει τά πάντα!
Ἔτσι... Ὁ Θεός ἔδωσε τόν Yἱό Τοῦ γιά νά πεθάνη στό Σταυρό, ὥστε νά ἀναστηθῆ... καί μαζί Του νά ἀναστήση καί μᾶς. Μοιάζει πολύ μέ τήν δημοπράτησι...
Τό μήνυμά τοῦ σήμερα εἶναι:
"Ὁ Υἱός, ὁ Υἱός, ποιός θά πάρη τόν Υἱό;"
Ἐπειδή, ὅπως βλέπεις, ὅποιος πάρει τόν Υἱό παίρνει τά πάντα... καί μαζί τήν αἰώνια Ζωή!
<>
«Μεσ᾽ στο καράβι τούς βρῆκε ὁ πρῶτος κλονισμός. Δυό ναῦτες ἄρχισαν νά μαλώνουνε γιά αἰτία ἀσήμαντη. Τά αἵματα ἄναψαν. Ἐπάνω στόν καυγά ἄρχισαν νά βρίζουν τό Χριστό καί τήν Παναγία... Γύρισαν καί τούς κοίταξαν βουβοί, στά μάτια ζωγραφίστηκε μιά ἀπορία ἀνάμεικτη μέ φρίκη. Ἕλληνες εἶναι τοῦτοι; Χριστιανοί; Οὔτε οἱ Τοῦρκοι δέν ἕβριζαν ἔτσι τό Χριστό! Οἱ παπποῦδες τους ὑπέμειναν γιά ἑκατοντάδες χρόνια ἀνομολόγητα δεινά, χύσανε αἷμα γιά νά κρατήσουν τό Χριστό! Οἱ ἴδιοι, ξεριζωμένοι παραδέρνανε γιά τό ἄγνωστο γιά νά φυλάξουνε αὐτήν τήν Πίστι! Κι ἐτοῦτοι τούς τήν τσαλαπατοῦσαν χωρίς λόγο, χωρίς ντροπή... Ἡ φρίκη ἀπ᾽ τά μάτια κύλησε στήν καρδιά καί ἔγινε ἀγανάκτησι. Τούς ἅρπαξαν καί τούς πετάξανε στή θάλασσα. Μήπως συνέλθουν μέ τό κρύο νερό. Καί εὐτυχῶς, πού οἱ ναῦτες σάν θαλασσινοί, ἤξεραν καλό κολύμπι»(ΑΠ, 24).
<>
«Ὅπως ἐκείνη τήν ἡμέρα πού ἔπιασε ξαφνικά μιά δυνατή βροχή. Τό νερό, σάν καταρράκτης ἔπεφτε ἀπ᾽ τόν οὐρανό. Στό σπίτι εἶχε μείνει μόνο ὁ Ἀρσένιος [ὁ μετέπειτα Ἅγ. Παΐσιος] μέ τά δυό μικρότερα ἀδέλφια. Οἱ γονεῖς ἦταν στό χωράφι, λείπανε. Τά δυό μικρά φοβήθηκαν τήν καταιγίδα κι ἀρχίσανε νά κλαῖνε. Ὁ Ἀρσένιος δέν φοβήθηκε. Ἀνησυχοῦσε, ὅμως, γιά τούς γονεῖς πού ἦταν ἔξω στά χωράφια. Τράβηξε μπρός στό εἰκονοστάσι τά μικρά, γονάτισαν κι οἱ τρεῖς καί βάλθηκαν νά κάνουν προσευχή. Κι ἐπειδή ζήτησαν, τούς δόθηκε. Σταμάτησε νά βρέχη»(ΑΠ, 33).
<>
«Στήν ψυχή του, ὁ Ἀρσένιος [ὁ μετέπειτα Ἅγ. Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης], γιά κανέναν δέν κράτησε ἔχθρα. Ὅλοι ἦταν εἰκόνες τοῦ Θεοῦ. Γι᾽ αὐτό, ὅταν ἔμαθε κάποια φορά ὅτι ἔξω ἀπ᾽ τήν Κόνιτσα εἶχαν ἔρθει κάποιοι ἐξαθλιωμένοι ἀντάρτες, τούς λυπήθηκε. Ἦταν χειμώνας, ἔκανε παγωνιά. Κι αὐτοί οἱ δύστυχοι ἦταν κατάκοποι, παγωμένοι καί πεινασμένοι. Πῆρε ψωμί κι ἔτρεξε νά τούς δώση νά φάνε, νά στυλωθοῦν. Παραλίγο νά ἔβρισκε μπελά. Ἐκεῖνοι τόν ἀντιμετώπισαν καχύποπτα, δέν πίστεψαν ὅτι ὁ Ἀρσένιος ἔδειχνε καλοσύνη.
Σάν ἦρθε ἡ ὥρα κατά τήν ὁποία στήν πόλι ἐπικράτησε ὁ ἐθνικός στρατός, κάποιοι βρῆκαν τήν εὐκαιρία νά πάρουν ἐκδίκησι γιά τό κακό πού εἶχαν σκορπίσει οἱ ἀντάρτες στά σπίτια τους. Εἶναι ἀλήθεια ὅτι εἶχαν βλάψει ἀρκετές οἰκογένειες. Πολλοί ἦταν αὐτοί πού εἶχαν χάσει ἀδελφό, παιδί, γυναῖκα... Τώρα πού ἦρθε ὁ στρατός, ὁ πόνος τους ἐκφραζόταν ὡς ἄγριο μίσος. Μπῆκαν στά σπίτια τῶν ἀριστερῶν κι ἔπιασαν ἀρκετούς. Ὅσο γιά τίς προθέσεις τους, δέν ἄφηναν καμμία ἀμφιβολία γιά τό πόσο κακές ἦταν. Ὁ Ἀρσένιος ἀναστατώθηκε. Δέν ἀντεχε νά δῆ τέτοιο κακό. Δέν δίστασε νά μπῆ στή μέση. Ἄν καί νεαρός, ὕψωσε λόγο γιά νά θυμίση ὅτι ὁ Χριστός δέν ζητᾶ ἐκδίκησι. Ζητᾶ συγχώρεσι κι ἀγάπη.
—Εἴμαστε Χριστιανοί! Τί κάνουμε; Πᾶμε νά ἐφαρμόσουμε τό μωσαϊκό νόμο; Ὀφθαλμόν ἀντί ὀφθαλμοῦ;
Αὐτή ὑπῆρξε ἡ δική του πεποίθησι. Μόνο μέ καλό τρόπο πληθαίνει τό καλό. Κι ἦταν μεγάλη ἀνάγκη τό καλό νά πληθύνη. Ὁ σιωπηλός καί ἀφανής Ἀρσένιος ἔκανε ὅ,τι περνοῦσε ἀπ᾽ τό χέρι του γιά νά ἀποτρέψη τά ἀντίποινα καί νά προστατέψη ἀριστερούς συμπολίτες. Οὔτε τότε, οὔτε ἀργότερα συγκατατέθηκε ποτέ μέ τήν ἀδικία»(ΑΠ, 58).
turk.
<>
«Τά περιστατικά τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἔγιναν διδαχές πού πολλές φορές ὁ Ἅγ. Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης χρησιμοποίησε γιά νά περάση ἀργότερα, ἁπλά καί παραστατικά, μηνύματα πνευματικοῦ ἀγώνα. Συχνά ἔφερνε γιά παράδειγμα τή μάχη πού ἔδωσε ἡ διλοχία του ὅταν εἶχε βρεθῆ κυκλωμένη ἀπό ἀντάρτικα σώματα. Χίλιοι ἑξακόσιοι ἀντάρτες τούς χτυποῦσαν ἀπό παντοῦ. Κι αὐτοί, μόλις ἑκατόν ὀγδόντα στρατιῶτες, εἶχαν ταμπουρωθῆ πίσω ἀπό ἕναν βράχο πού λειτουργοῦσε σάν φυσικό ὀχυρό. Ὡστόσο, δέν θά κατάφερναν νά κρατήσουν γιά πολύ, χρειάζονταν ἐνισχύσεις. Ὁ Ἀρσένιος [ὁ μετέπειτα Ἅγ. Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης] προσπαθοῦσε ἀπεγνωσμένα μέ τόν ἀσύρματο νά πιάση ἐπαφή μέ τό κέντρο, ἐνῶ οἱ ὑπόλοιποι στρατιῶτες κουβαλοῦσαν πυρομαχικά. Ὁ διοικητής τόν εἶδε νά παλεύη μέ τόν ἀσύρματο καί πίστεψε ὅτι ἤθελε νά γλυτώση τό κουβάλημα. Τοῦ φώναξε αὐστηρά νά τόν παρατήση ἀμέσως καί νά βοηθήση στή μεταφορά. Μάλιστα, τόν ἀπείλησε μέ τό πιστόλι. Ὁ Ἀρσένιος ὑπάκουσε χωρίς νά φέρη ἀντίρρησι. Μόλις, ὅμως, ἔβρισκε εὐκαιρία, κρυφά πήγαινε στόν ἀσύρματο καί προσπαθοῦσε νά ἀνακτήση ἐπαφή μέ τό ἀρχηγεῖο, ὥστε νά εἰδοποιήση γιά τή δύσκολη θέσι πού εἶχαν βρεθῆ. Ὅταν πλησίαζε ὁ διοικητής, ἐπέστρεφε μέ τούς ἄλλους, γιά νά τοῦ κάνει τό χατίρι. Στό τέλος κατάφερε νά στείλη τό πολυπόθητο μήνυμα. Μέχρι τό ξημέρωμα οἱ ἀντάρτες εἶχαν φτάσει σέ ἀπόστασι ἀναπνοῆς. κι ἐνῶ ἡ μάχη ἔμοιαζε νά χάνεται, ἐμφανίστηκε ἡ ἀεροπορία καί τούς ἀνάγκασε νά σκορπίσουν»(ΑΠ, 65).
<>
«Κάποια φορά, τόν καιρό πού μάχονταν στά βουνά, ὁμάδες ἀμάχων πού ἔφευγαν κυνηγημένοι ἀπ᾽ τά σπίτια τους, εἶχαν βρεῖ καταφύγιο κοντά τους, στόν στρατό. Το χιόνι πού ἔπεφτε πυκνό, τούς εἶχε ἐγκλωβίσει ἐκεῖ. Τούς τακτοποίησαν σέ ἕνα ἀντίσκηνο. Ἕνας ἀνθυπολοχαγός ὅμως, εἶχε βάλει στό μάτι μιά νεαρή κοπέλα καί τήν παρενοχλοῦσε. Τόσο ἀγανάκτησε τό κορίτσι αὐτό, ὥστε ξεκίνησε νά φύγη μεσ᾽ στά χιόνια, μέσα στό κρύο, μέ συντροφιά κάποια γριά πού εἶδε τί συνέβαινε καί δέν θέλησε νά τήν ἀφήση στά βουνά μονάχη. Ὁ Ἀρσένιος [ὁ μετέπειτα Ἅγ. Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης], χωρίς νά ξέρη τί εἶχε συμβῆ, ἔνιωσε ἔντονη τήν ἀνάγκη νά πάη ὡς τό ἐκκλησάκι τοῦ Τιμίου Προδρόμου πού ἦταν στήν περιοχή. Εἶχε τό κλειδί καί φρόντιζε ν᾽ ἀνάβη τά καντήλια. Το χιόνι ἦταν πολύ, ἔφτανε ὡς τή μέση, ἀλλά αὐτή ἡ φωνή μέσα του τόν παρακινοῦσε ἐπιτακτικά. Ξεκίνησε γιά κεῖ παρά τίς τόσο ἀντίξοες συνθῆκες. Ὅταν ἔφτασε, βρῆκε ἀπ᾽ ἔξω τήν κοπέλα καί τή γριά νά τρέμουν καί νά ᾽χουν μελανιάσει ἀπ᾽ τό κρύο. Ἔβγαλε τά γάντια του καί τούς ἔδωσε ἀπό ἕνα, ἔδωσε καί τή χλαίνη του κι ἄνοιξε τό ἐκκλησάκι γιά νά μποῦνε. Ὅταν καθίσανε σέ μιά γωνιά, τίς ρώτησε αὐθόρμητα πῶς ἔγινε καί βρέθηκαν οἱ δυό τους ἐκεῖ πάνω. Τότε ἡ κοπέλα ἐξήγησε τί εἶχε συμβεῖ.
—Σκέφτηκα, εἶπε στό τέλος, ἐγώ νά κάνω ὅ,τι μπορῶ κι ἄς ἀναλάβη ὁ Θεός ἀπό κεῖ καί πέρα!
Θαύμασε ὁ Ἀρσένιος τή θυσία τοῦ κοριτσιοῦ. Θαύμασε καί τή Θεία ἐπέμβασι πού τόν ἔστειλε ἐκείνη τήν ὥρα γιά νά τίς βοηθήση. Περάσανε τή νύχτα ἐκεῖ. Ὁ ἴδιος ξάπλωσε κατά μῆκος τῆς πόρτας κι ἔκανε τό κορμί του φράχτη γιά νά μήν μπάζη. Κρύωσε, πάγωσε, ἔκανε ἐμετούς, ἀλλά γι᾽ αὐτόν σημαντικό ἦταν νά προστατέψει ὅσο μποροῦσε τίς γυναῖκες ἀπ᾽ τό κρύο.
Ἡ ὑπόθεσι, ὅμως, δέν τελείωσε ἐκεῖ. Ὁ φταίχτης ἀξιωματικός, ὅταν τό ᾽μαθε, πείσμωσε. Συκοφάντησε τόν Ἀρσένιο ὅτι τάχα ἔσπασε τήν πόρτα τοῦ παρεκκλησιοῦ κι ἔβαλε μέσα τά μουλάρια. Ὁ Διοικητής δέν μποροῦσε νά πιστέψη ὅτι ὁ Ἀρσένιος μέ τήν τόση εὐλάβεια εἶχε βεβηλώσει τό ναό, γι᾽ αὐτό θέλησε νά μιλήση μέ τόν ἴδιο. Ὁ Ἀρσένιος ἐξήγησε τά καθέκαστα, χωρίς ὡστόσο νά μαρτυρήση τά καμώματα τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ. Ἄφησε, ὅπως συνήθιζε, τήν κρίσι στόν Θεό.
—Ὑπῆρχαν, θά πῆ ἀργότερα, κι αὐτοί πού ἔκαναν ἀδικίες, ἀτιμίες, βιασμούς. Ὅλους αὐτούς τούς κυνηγούσαν οἱ σφαῖρες. Αὐτό διαπιστώνεις, ἄν κοιτάξης ποιοί λείπανε μετά τή μάχη...»(ΑΠ, 71).
<>
«Ἡ σχέσι τοῦ Ἁγ. Παϊσίου τοῦ Ἁγιορείτου μέ τό χρῆμα, ποτέ δέν ὑπῆρξε καλή. Οὔτε καί τώρα βελτιώθηκε, κι ἄς τό εἶχαν ἀνάγκη. Δυσκολευόταν νά ζητᾶ ἀμοιβή κι ἀπ᾽ ὅσα μάζευε, ἁπλόχερα ἔδινε ἐλεημοσύνη. Σέ πολλές περιπτώσεις ἐργάστηκε δωρεάν, ἄν καί εἶχε ἔγνοια νά πληρώνη μέ συνέπεια τούς συνεργάτες πού, σάν μαθητευόμενοι, ἐργάζονταν μαζί τοῦ. Ὄχι μονάχα φρόντιζε νά δίνη ἀνταμοιβή στόν κόπο τούς, ἀλλά καί νά μήν τούς ἐπιβαρύνη.
Τόν καιρό πού δούλευε στή Γορίτσα, εἶχε μαζί του ἕναν μαθητευόμενο γιά νά τόν βοηθᾶ. Τά Σάββατα, ὅταν ἐρχόταν ἡ ὥρα νά ἐπιστρέψουν στήν Κόνιτσα, φορτωνόταν ὁ ἴδιος τά ἐργαλεῖα καί ξεκινοῦσε. Διαμαρτυρόταν ὁ νεαρός μαθητής λέγοντας ὅτι εἶναι ὑποχρέωσι τοῦ πιό μικροῦ νά κουβαλήση αὐτό τό πρόσθετο φορτίο. Ὁ Ἀρσένιος δέν ἔμπαινε σέ διαφωνίες ποτέ. Ἀλλά τοῦ ἐρχόταν βαρύ νά φορτώση στό μαραγκόπουλο τή τσάντα μέ τίς σεγάτσες, τίς πλάνες, τά σκεπάρνια, πού βάραινε ἀκόμα περισσότερο ἀπ᾽ τό Ψαλτήρι, τό Εὐαγγέλιο καί τ᾽ ἄλλα θρησκευτικά βιβλία πού πάντοτε ἔπαιρνε μαζί του.
—Καλά, τοῦ ἔλεγε ἤρεμα, νά μοιράσουμε τή διαδρομή. Τά παίρνω ἐγώ ὡς τά μισά, ὡς τήν Κοτζάπετρα. Ὕστερα θά᾽ ναι ἡ σειρά σου.
Φτάνοντας στή μεγάλη πέτρα, εὐσυνείδητα τό μαραγκόπουλο θύμιζε τή συμφωνία τους καί ζητοῦσε νά φορτωθῆ τά ἐργαλεῖα.
—Λίγο ἀκόμα, τοῦ᾽ λεγε ὁ Ἀρσένιος, ἄλλα δέκα μέτρα.
Κί ἀνοίγοντας τό βῆμα ἀπομακρυνόταν γοργά, γιά νά ἀπαλλάξη τό νέο παιδί ἀπ᾽ τό βάρος. Ὁ μαθητής πάλι, ἔτρεχε νά προφτάση τόν μάστορα νιώθοντας τήν ἀνάγκη νά τόν ξεφορτώση. Ήταν φορές πού ἔφταναν ὡς τήν Κόνιτσα χωρίς νά τό ᾽χη καταφέρει.»(ΑΠ, 83).
<>
«Ἡ δουλειά κυλοῦσε γρήγορα, μέχρι τό μεσημέρι εἶχαν ρίξει 24 κυβικά μπετόν. Ἀλλά ὅσο προχωροῦσαν, τόσο πιό ἔντονα ἄρχιζε νά φαίνεται ὅτι τό τσιμέντο τό ὁποῖο εἶχαν, ἦταν λειψό. Ἔτρεξαν νά εἰδοποιήσουν τόν καλόγερο [τόν Ἅγ. Παΐσιο], ὅτι τό τσιμέντο πού ἀπόμενε, δέν ἔφτανε γιά νά τελειώση ἡ πλάκα. Μά ἡ δουλειά δέν γινόταν νά μείνη ἀτέλειωτη. Δέν ἦταν εὔκολο νά ξανάρθουν οἱ μάστορες. Τά ζῶα πάλι, ἦταν στά χωράφια. Σίγουρα δέν θά πρόφταιναν νά κατεβοῦν, νά βροῦνε ζῶα καί νά ξανανεβοῦνε στό βουνό γιά νά φέρουν κι ἄλλο τσιμέντο. Χώρια πού ὁ καιρός πήγαινε γιά βροχή...
—Κάντε τό σταυρό σας καί μή σᾶς νοιάζει, ἀπάντησε ὁ Ἅγιος ἀτάραχος καί χώθηκε στή σκοτεινή ἐκκλησία.
Τά μαύρα σύννεφα ἀπ᾽ τό πρωί μαζεύονταν ἀπειλητικά στόν οὐρανό. Τώρα ἄρχισαν νά μαζεύωνται καί μέσ᾽ στό μοναστήρι. Σέ λίγο ἦρθε κι ἄλλο μήνυμα, ἀπ᾽ τήν κουζίνα ἐτούτη τή φορά. Οἱ γυναῖκες πού βοηθοῦσαν στό μαγείρεμα ἔλεγαν ὅτι οἱ ἐργάτες πού ᾽χαν ἔρθει, ἦταν πολλοί, δέν θά ᾽φταναν τά ψωμιά, οὔτε τό φαγητό τό ὁποῖο εἶχαν ἑτοιμάσει. Μά ὁ Ἅγιος εἶπε τό ἴδιο καί σ᾽ αὐτές.
—Κάντε τόν σταυρό σας καί μή στενοχωριέστε!
Ὅταν ἡ πλάκα ἔφτασε στά δύο τρίτα, οἱ ἐργάτες κιότεψαν. Ἦταν πιά ὁλοφάνερο, δέν ἔφτανε τό τσιμέντο. Ἔτρεξαν πάλι νά εἰδοποιήσουν τόν καλόγερο, ὅτι τούς λείπανε κάπου εἴκοσι σακιά.
—Νά κάνουμε πιό ἀραιό τό μπετόν, τοῦ πρότειναν, μήπως καί φτάσει!
Ἐκεῖνος ἔβγαλε ἕνα ἀναστεναγμό καί κοίταξε τόν οὐρανό.
—Ἐσεῖς κάντε τόν σταυρό σας καί συνεχίστε κανονικά, ἀπάντησε καί ξαναχώθηκε στήν ἐκκλησία.
Κί ἀνέλαβε ἡ Παναγιά! Ὁ ἥλιος βγῆκε, ἡ δουλειά τελείωσε χωρίς βροχή! Ἡ πλάκα ἔγινε ἀφήνοντας περίσσευμα πέντε σακιά τσιμέντο! Τό φαγητό τούς χόρτασε καί περίσσεψε ψωμί νά πάρουν γιά τόν δρόμο!
Ήταν αὐτό τό πιό μεγάλο μάθημα ζωῆς καί πίστεως τό ὁποῖο πήρανε ὅσοι ἐργάστηκαν στό πλάι του»(ΑΠ, 121).
<>
«Κάτι ἀνάλογο συνέβη λίγο καιρό ἀργότερα, ὅταν ἦρθε ἡ ὥρα νά ἀνεβάσουνε στό Στόμιο τά μάρμαρα γιά τήν ἐπίστρωσι τῆς ἐκκλησίας. Ὅταν οἱ πλάκες συγκεντρώθηκαν κοντά στή γέφυρα, ὁ Ἅγ. Παΐσιος πῆγε στό καφενεῖο τῆς Κάτω Κόνιτσας γιά νά βρῆ ἐθελοντές. Μά, μόλις οἱ θαμῶνες ἀκουσαν ὅτι τό φόρτωμα ἦταν πλάκες μαρμάρινες, διστάσανε, φοβήθηκαν γιά τά μουλάρια τούς. Τό μονοπάτι ἦταν στενό, ἄν συναντιόνταν δύο ἀπέναντι, δέν χωροῦσαν νά περάσουν. Καί ὕπουλο, γεμάτο λάκκους ἀπό "χαλιάδες". Πῶς θά ἀνεβαίνανε τά ζῶα ἀπό κείνη τή "γιδόστρατα" φορτωμένα μέ τέτοιο βάρος, ἦταν πολύ ἐπικίνδυνο. Στίς στροφές τά φορτώματα χτυπούσανε στά βράχια, τά ζῶα ἔχαναν τήν ἰσορροπία τούς καί ἔπεφταν στόν γκρεμό παρασυρμένα ἀπό τό φόρτωμα τούς. Καί τά μουλάρια τούς ἦταν ἐργαλεῖο πολύτιμο, μέλος τῆς οἰκογένειας. Δέν ἔπρεπε νά κινδυνεύσουν. Ἔτσι, κοίταξαν ἀδιάφορα, δείχνοντας ξεκάθαρα πόσο ἀπρόθυμοι ἦταν.
Ὁ Γέροντας ἔφυγε χωρίς νά πῆ τίποτε. Φορτώθηκε μία πλάκα μάρμαρου καί κίνησε γιά τό μοναστήρι. Στόν δρόμο συναντήθηκε μέ κάποιους πού ἐπέστρεφαν ἀπ᾽ τό βουνό μέ τά μουλάρια φορτωμένα μέ καυσόξυλα. Ἔκπληκτοι τόν ρωτοῦσαν ἐπίμονα, διότι φορτώθηκε ὁ ἴδιος τό μάρμαρο καί πήγαινε μέ τά πόδια.
—Ἕ, ἀφοῦ οἱ Κονιτσιῶτες λυποῦνται τά μουλάρια τούς, θά κουβαλήσω ἐγώ, ἀπάντησε μέ ἁπλότητα. Ἄν κουβαλάω δύο-τρεῖς πλάκες καθημερινά, σέ μερικές ἑβδομάδες θά ἀνεβοῦν ὅλες στό μοναστήρι.
Οἱ ξυλοκόποι ὅταν ἔφτασαν στήν Κόνιτσα, ἔρεξαν κι εἶπαν παντοῦ ὅτι ὁ καλόγερος κουβαλοῦσε τά μάρμαρα μονάχος. Ὅσοι εἶχαν πριν φανῆ ἀπρόθυμοι, συγκινήθηκαν ἀπ᾽ τήν αὐτοθυσία τοῦ Γέροντα. Ντραπήκανε. Πῆραν τά ζῶα τους χωρίς χρονοτριβή κι ἔσπευσαν νά φορτώσουνε τίς πλάκες γιά τό μοναστήρι. Ὥσπου νά φτάση στόν προορισμό του ὁ Ἅγιος, ἕνα ἀτέλειωτο καραβάνι ἀγάπης εἶχε σχηματιστῆ καί ἀνηφόριζε χαρούμενο φιδογυρίζοντας στό στενό μονοπάτι»(ΑΠ, 123).
<>
«Ὁ νεωκόρος-φύλακας στόν Ἅη Γιώργη τοῦ κάστρου, δέν ἦταν διόλου πρόθυμος ν᾽ ἀρχίση διαδικασία ἐκταφῆς μία τέτοια μέρα πού προμηνυόταν βροχερή. Μόνο ὁ Ἅγ. Παΐσιος βεβαίωνε μέ μία παράξενη σιγουριά ὅτι δέν ἐπρόκειτο νά βρέξη. Κι ἀλήθεια, μόνο ἀφοῦ τελείωσε ἡ ἀνακομιδή καί διαβάστηκε τό τρισάγιο πάνω στό κασελάκι μέ τά τακτοποιημένα ὀστά, μονάχα τότε ξανάρχισε νά βρέχη δυνατά. Ὁ ἱερέας πού διάβασε τό τρισάγιο, σήκωσε τό κεφάλι του κι ἀντίκρισε τόν μαῦρο οὐρανό λέγοντας μέ χαμόγελο:
—Ὁ πατήρ ἔκανε τό θαῦμα τοῦ!
Ὁ Ἅγ. Παΐσιος δέν ξαναγύρισε στό σπίτι τοῦ Παντελῆ. Πῆρε τά λείψανα καί πῆγε στό ξενοδοχεῖο. Ἤθελε, εἶχε ἀνάγκη νά μείνη μόνος κι ἀναπόσπαστος μέ τόν Ἅγ. Ἀρσένιο. Ἀκούμπησε τά λείψανα στό μαξιλάρι του κι ἔμεινε νά προσεύχεται μπροστά στό ἀνοιχτό κασελάκι μέ τά ὀστά. Πέρασε ἡ μέρα, ἔφτασε ἡ νύχτα κι ὁ Ἅγ. Παΐσιος συνέχιζε νά προσεύχεται γονατιστός. Κατά τίς δέκα ἀκουσε μία ἄγρια φωνή νά λέει:
—Τί λείψανα εἶναι αὐτά;
Ἔνιωσε ἀμέσως δύο χέρια, μαῦρα χέρια, νά τοῦ σφίγγουν τόν λαιμό ἄγρια κι ἀνελέητα. Κόντευαν νά τόν πνίξουν. Τήν ὥρα τοῦ κινδύνου ὁ Ἅγ. Παΐσιος φώναξε δυνατά:
—Ἅγ. Ἀρσένιε, βοήθησέ με!
Ἀμέσως, μία ἄλλη δύναμι ἅρπαξε τά χέρια πού τόν ἔπνιγαν καί τά πέταξε πέρα ἐλευθερώνοντάς τόν μονομιᾶς. Μία γλύκα ἔνιωσε ν᾽ ἀπλώνεται στήν καρδιά. Συνέχισε τήν προσευχή μπροστά στά λείψανα μέ περισσότερη θέρμη»(ΑΠ, 136).
<>
«Ὁ λειτουργός ἦταν ἕνας εὐλαβής ἱερέας πού τόν ἀγαποῦσε [τόν Ἅγ. Παΐσιο] ἀπό παλαιά, ἀπ᾽ τόν καιρό κατά τόν ὁποῖο δέν εἶχε φορέσει ράσο. Τήν Κυριακή ἐκείνη, ὅμως, ὅταν ἔφτασε ἡ ὥρα γιά τή Θ. Μετάληψι κι ἐνῶ πάντα τόν κοινωνοῦσε στό Ἱερό, γύρισε πρός τό μέρος του, τόν κοίταξε ἄγρια καί εἶπε δυνατά εἰς ἐπήκοον ὅλων:
—Τί θες ἐδῶ ἐσύ; Εἶσαι ἀνάξιος! Βγες ἀπ᾽ τό Ἱερό καί πήγαινε νά κοινωνήσης τελευταῖος!
Ὁ Ἅγιος, χωρίς νά πῆ μία λέξι, βγῆκε ὑπάκουα, πλησίασε στό ἀναλόγιο κι ἄρχισε νά διαβάζη τήν ἀκολουθία τῆς Θ. Μεταλήψεως. Τήν ὥρα πού πλησίαζε τό Ἅγ. Δισκοπότηρο, τελευταῖος, ὅπως ὁ ἱερέας εἶχε ὑποδείξει, μία σκέψι εἶχε στήν καρδιά, πού, ὡστόσο, δέν τήν πότιζε ἡ πίκρα.
"Φώτισε τόν παπᾶ ὁ Θεός καί τοῦ ἀποκάλυψε ποιός εἶμαι στ᾽ ἀλήθεια. Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησέ με, τό κτῆνος".
Ἡ Θ. Κοινωνία πού πῆρε, τοῦ ἔφερε ἀπέραντη γλυκύτητα. Κι αὐτό τοῦ ἦταν ἀρκετό, ἕνα μεγάλο δῶρο. Ὅμως, ὅταν ἡ Λειτουργία τελείωσε, ὁ παπᾶς πού τοῦ κακομίλησε, τόν πλησίασε συντετριμμένος ζητώντας του συγχώρεσι.
—Συγχώρα με, τοῦ ἔλεγε, τί ἦταν αὐτό πού ἔπαθα! Ἐγώ σέ εἶχα πάνω ἀπ᾽ τά παιδιά μου, ἀπ᾽ τόν ἴδιο μου τόν ἑαυτό! Πῶς μοῦ᾽ρθε καί σοῦ φέρθηκα ἔτσι! Συγχώρεσέ με!
Ἔπεφτε ὁ ἱερέας κάνοντας μετάνοιες καί ζητοῦσε νά τοῦ φιλήση τά χέρια.
—Παπᾶ μου, εἶπε ἤρεμα ὁ Ἅγιος, μή στενοχωριέσαι. Ἐγώ φταίω, ὄχι ἐσύ. Ἁπλά σέ χρησιμοποίησε ὁ Θεός γιά νά δοκιμάση ἐμένα.
Τόν κοίταξε περίεργα ὁ παπᾶς. Δέν καταλάβαινε τί τοῦ ἔλεγε. Ὁ Ἅγιος, ὅμως, κατάλαβε καλά τή διπλή Χάρι τοῦ Θεοῦ. Μέσα ἀπ᾽ αὐτό τό ἐπεισόδιο εἶχε περάσει τίς δικές τοῦ "ἐξετάσεις"»(ΑΠ, 149).
<>
«Μία τέτοια Πασχαλιά, ἕνας πιτσιρίκος, μόλις ἔφτασε, ἔτρεξε νά βρῆ τούς φίλους του. Πῆρε καί τά κόκκινα αὐγά τά ὁποῖα εἶχε φέρει ἡ μάνα του γιά νά τσουγκρίσουν. Τσουγκρίζοντας, ὅμως, οἱ ἄλλοι τοῦ ἔσπασαν ὅλα τά αὐγά. Τόν πῆρε τό παράπονο πού μόνο αὐτός ἦταν χαμένος. Κι ἐνῶ οἱ φίλοι γελούσανε, ὁ μικρούλης στάθηκε περίλυπος στήν εἴσοδο καί ἄρχισε νά κλαίη.
—Τί ἔχει τό παιδί; Χτύπησε;, ρώτησε μέ ἐνδιαφέρον ὁ Ἅγ. Παΐσιος, ὅταν τό εἶδε νά ᾽χη πλαντάξει ἀπ᾽ τό κλάμα.
—Κλαίει διότι τά παιδιά τοῦ ἔσπασαν τά αὐγά στό τσούγκρισμα, ἀνέλαβε νά ἐξηγήση ἡ μάνα.
—Πῶ, πῶ! ἔκανε ὁ Ἅγιος. Μά τά αὐγά πού ἔχουν ἐκεῖνα τά παιδιά εἶναι ξύλινα! Ἐγώ τούς τά᾽ χω φτιάξει!
Πόσο ὄμορφα ἦταν αὐτά τά αὐγά! Τά εἶχε γυαλίσει τέλεια καί τά ᾽χε βάψει κόκκινα, σάν ἀληθινά! Ὁ μικρός κοίταξε τόν Ἅγιο μέ λαχτάρα.
—Δυστυχῶς τέλειωσαν, εἶπε ὁ Γέροντας, δέν ἔμεινε ἄλλο γιά νά δώσω καί σέ σένα...
Δέν ἀντεχε, ὅμως, νά βλέπη τό παραπονεμένο βλέμμα τοῦ ἀπαρηγόρητου μικροῦ. Τόν πῆρε ἀμέσως ἀπ᾽ τό χέρι καί πήγανε μαζί στό ἐργαστήρι. Βρῆκε ἐκεῖ ἕνα ξύλο κατάλληλο κι ἄρχισε νά τό ἐπεξεργάζεται στόν τόρνο. Τά χέρια δούλευαν γοργά, τά ράσα ἀνέμιζαν καί τό πόδι μέ σβελτάδα ἔδινε στόν ἱμάντα τήν κίνησι, σάν ραπτομηχανή. Θαμπώθηκε ὁ μικρός. Ἀπόμεινε νά κοιτᾶ μέ θαυμασμό τά ροκανίδια πού πετάγονταν σάν στριφογυριστές ξυλόγλυπτες κορδέλες. Ἴσως νά ᾽τανε τότε πού ἀποφάσισε πῶς θά ᾽θελε κι αὐτός νά γίνη ξυλουργός. Μόλις τελείωσε μέ τόν τόρνο, ὁ Γέροντας πῆρε τό σμυριδόπανο κι ἄρχισε νά τρίβη δυνατά, ὥσπου ἔκανε τό ξύλο αὐγό γυαλιστερό καί λεῖο.
—Πάρτο, τοῦ εἶπε, ἕτοιμο! Μονάχα πού δέν προλαβαίνω νά στό βάψω. Πρέπει νά πάω στήν ἐκκλησία γιά τόν Ἑσπερινό»(ΑΠ, 182).
<>
Νεομάρτυρες της Σερβίας του 20ού αιώνα
«Τήν ὁμάδα μας περικύκλωσαν Ustaše· ἄρχισε ἡ ἔρευνα καί ἡ ἁρπαγή τῶν πραγμάτων μας. Ὁ Ljubo Miloš ρώτησε:
—Ποιός ἀπό σᾶς εἶναι δικαστής;
Ἐμφανίστηκε ὁ δικαστής Vlado Ilić καί βγῆκε μπροστά στή γραμμή. Καί ὁ Miloš ρώτησε:
—Πόσους Κροάτες καταδίκασες σέ θάνατο;
Ὁ δικαστής ἀπάντησε:
—Οὔτε ἕνα. Ἐγώ εἶμαι προϊστάμενος ἐπαρχιακοῦ δικαστηρίου καί τά ἐπαρχιακά δικαστήρια σύμφωνα μέ τό νόμο δέν εἶναι ἐξουσιοδοτημένα νά καταδικάζουν σέ θάνατο.
—Καταδίκασες, καταδίκασες μερικές ἑκατοντάδες σέ θάνατο. Τί θά ἔλεγες, ἄν σέ καταδίκαζα ἐγώ τώρα σέ θάνατο;
—Αὐτό εἶναι δικό σας θέμα, ἀπαντᾶ ἥσυχα ὁ δικαστής.
Ὁ ὑπολοχαγός τόν ἔστειλε πίσω στή γραμμή. Ἡ ἔρευνα συνεχίζεται, ὁ Miloš μέ τούς συντρόφους του πίνουν βρασμένο ρακί, τό ὁποῖο τούς φέρνει ἕνας Ἑβραῖος. Μετά ἀπό ἀρκετή ὥρα θυμᾶται ὁ Miloš:
—Ποῦ εἶναι ἐκεῖνος ὁ δικαστής;
Ὁ δικαστής παρουσιάστηκε ξανά καί μετά ἀπό διαταγή πέρασε μπροστά ἀπ᾽ τή γραμμή, ἔβγαλε τό παλτό καί τό σακάκι του καί προχώρησε πρός τό Miloš, δίπλα σ᾽ ἕνα σωρό τούβλων. Αὐτός πῆρε ἀπό ἕνα Ustaše ἕνα τουφέκι καί κρατώντας το κάτω ἀπ᾽ τή μασχάλη ἔρριξε στό δικαστή τρεῖς σφαῖρες. Αὐτός ἔπεσε, ὁ ὑπολοχαγός ἐπέστρεψε τό ὅπλο καί ἡ ἔρευνα συνεχίστηκε. Μετά ἀπό 5 λεπτά ὁ δικαστής ξεφώνισε. Ὁ ὑπολοχαγός πλησίασε καί τόν ἀποτελείωσε μέ μερικές σφαῖρες ἀπό τό revolver του. Κατόπιν, διέταξε νά παρουσιαστοῦν, ὅσοι εἶναι ἀπ᾽ τή Lika. Παρουσιάστηκαν μερικοί (ὁ μάρτυρας ἀριθμεῖ τά ὀνόματα) καί ὁ ὑπολοχαγός μαζί μέ μερικούς Ustaše τούς ἔσφαξε στήν ἄκρη τῆς σειρᾶς τῶν τούβλων. Τότε ἐμφανίστηκε μπροστά στόν ὑπολοχαγό ὁ σημαιοφόρος Matković ἀρκετά μεθυσμένος, καί παρακάλεσε νά τοῦ ἐπιτραπῆ νά σφάξη κι αὐτός ἕναν Σέρβο, ἔτσι, γιά τό καλό τῶν Χριστουγέννων! Ὁ ὑπολοχαγός ἔδωσε τήν ἄδεια. Ὁ Matković κοίταξε τίς σειρές καί ρώτησε τό ὄνομα καί τό ἐπάγγελμα κάποιου.
—Divjak Joso, ἔμπορος ἐπίπλων στό Lipik, ἀπάντησε.
Ὁ Matković ἀναπήδησε ἀπό χαρά.
—Ἄ!, τώρα θά σέ ἐκδικηθῶ, διότι μιά φορά δέν ἤθελες νά μοῦ βρῆς καρέκλα.
Ἀμέσως τόν ὁδήγησε στό σωρό τῶν τούβλων ἀπ᾽ ὅπου ἀκούστηκε μιά φοβερή κραυγή γιά βοήθεια. Τοῦ εἶχε ξερριζώσει τήν καρδιά καί ἐμφανίστηκε καταματωμένος, σκουπίζοντας τά χέρια του στό παντελόνι του»(ΝΣ, 36).
«3-4 Ρωμαιοκαθολικές μοναχές-νοσοκόμες, κουβαλώντας κουβάδες μέ κάποιο ὑγρό, ἄλειφαν τά στόματα τῶν παιδιῶν, λέγοντάς τους πώς εἶναι ὑγρό κατά τῆς δίψας. Μετά ἀπό δύο ὧρες, ὅμως, τά παιδιά σφάδαζαν ἀπ᾽ τούς πόνους, βγάζοντας διαπεραστικές κραυγές καί καλοῦσαν τ᾽ ἀγαπημένα τους πρόσωπα. Τά σωματάκια τους λύγιζαν καί ἔπεφταν λιπόθυμα τό ἕνα πάνω στό ἄλλο... μπερδεύονταν τά χέρια, τά πόδια, τά κεφάλια τους... Ἄρχισαν νά πεθαίνουν μέσα σέ φρικτούς πόνους καί κραυγές τρόμου... Κράτησε πολλές μέρες αὐτό... Δέν θά ξεχάσω ποτέ τόν πνιγμό τῶν παιδιῶν στό θάλαμο ἀερίων... Γυμνά παιδιά, στοιβαγμένα σέ σωρό πού αὐξανόταν σταδιακά, ὥσπου νά φτάσουν τά 500... Πρίν ἀφεθῆ τό ἀέριο, ἡ περίπολος τῶν Ustaše μέ ἐπικεφαλῆς τόν ἐγκληματία, λοχαγό Barbarić, στάθηκε γιά ἐπιθεώρησι στό κατώφλι τοῦ θαλάμου. Ἕνα νήπιο ἦταν ξαπλωμένο ὁλόγυμνο ἐκεῖ... Ὁ Barbarić πάτησε τό ἕνα πόδι τοῦ νηπίου, τεμάχισε τό ἄλλο πόδι καί ἔρριξε τό νήπιο στό σωρό βρίζοντας τή μάνα τῶν Σέρβων. Ἔπειτα, ἔδωσε διαταγή νά διοχετευθῆ τό ἀέριο!»(ΝΣ, 52).
«Τά παιδιά στό Jasenovac τῆς Σερβίας: Ἐδῶ οἱ Ustaše Κροάτες ἐξόντωσαν μέ ἰδιαίτερο σαδισμό τά παιδιά. Ὁ αὐτόπτης μάρτυρας Ljube Vranić, περιγράφει μιά σκηνή παρόμοια μέ αὐτή τοῦ Dostoevsky στό βιβλίο του Ἀδελφοί Karamazov.
"Μιά γυναῖκα κρατοῦσε στήν ἀγκαλιά της ἕνα βρέφος, ὅταν ἐμφανίστηκαν ὁ Ljubo Miloš καί ὁ Ante Vrban... ὁ πρῶτος ζήτησε ἀπ᾽ τή μητέρα νά κρατήση τό βρέφος· στράφηκε ἔπειτα στόν Ante Vrban, ὁ ὁποῖος ἔβγαλε τό στιλέτο του... τότε ὁ Miloš πέταξε τό βρέφος ψηλά κι αὐτό καρφώθηκε πέφτοντας πάνω στό στιλέτο... Ἡ μητέρα ἄρχισε νά ξεφωνίζει τρέχοντας στό παιδί της. Ὁ Ljubo Miloš μπῆκε ἐμπρός της, τήν ἅρπαξε ἀπό τά μαλλιά καί τήν ἔσφαξε"»(ΝΣ, 53).
«Στά χωριά τῆς Slavonia, Boslavina καί Bilogor, ἐξοντώθηκαν 870 παιδιά. Στό χωριό Osečak, 331 Σέρβοι σφάχτηκαν μέ τόν ἱερέα τους, τόν ὁποῖο πρῶτα βασάνισαν· ἔκοψαν ἀπ᾽ τό γυιό του κομμάτια μπροστά του καί τόν ὑποχρέωσαν νά τοῦ διαβάση τήν εὐχή στούς ψυχορραγοῦντες. Ἔπειτα, ἀφοῦ ὁ γυιός του πέθανε, τοῦ ξερρίζωσαν τά μαλλιά καί τή γενειάδα, τόν ἔγδαραν καί τοῦ ἔβγαλαν τά μάτια πρίν τόν ἀποτελειώσουν. Ἄλλος τόπος μαζικῆς ἐξοντώσεως ἦταν τά νοσοκομεῖα»(ΝΣ, 54).
«"Ἡ σφαγή στήν ἐκκλησία τοῦ Σερβικοῦ χωριοῦ Draksenić.
Τά περιστατικά εἶναι πολλά καί τά θύματα μονίμως τά ἴδια. Ὁ φυγάς Krnjajić Rastko κατέθεσε στήν Ἀστυνομία Προσφύγων στό Βελιγράδι: "... Μιά ὁμάδα Ustaše, πέρασε ξαφνικά τόν ποταμό Sava, τόν Ἰανουάριο τοῦ 1942 καί ὅρμησε στό χωριό Draksenić. Μετά τήν πλήρη καταστροφή τοῦ χωριοῦ, ὁδήγησαν στήν Ὀρθόδοξη ἐκκλησία 70 γυναικόπαιδα, ὅπου τά σκότωσαν". Μιά πληγωμένη γυναίκα πού σώθηκε ἀνάμεσα στό σωρό τῶν πτωμάτων, θυμᾶται: "... Μᾶς μάζεψαν στήν ἐκκλησία γιά νά μᾶς μιλῆσει ὁ διοικητής Luburić. Μόλις μπῆκαν στό ναό οἱ Ustaše, μέ τό Luburić ἐπί κεφαλῆς, ἄρχισαν νά μᾶς σφάζουν μέ μαχαίρια καί τσεκούρια. Μετά οἱ Ustaše βίασαν τίς κοπέλες καί ἐνῶ αὐτές εἶχαν σχεδόν τρελλαθῆ, τίς κατακρεούργησαν μέσα στό Ἱερό"!»(ΝΣ, 57).
«... Ἀμέσως μετά τή σύστασι τοῦ Ἀνεξάρτητου Κροατικοῦ Κράτους ἔκαναν τήν ἐμφάνισί τους στό Livno οἱ Ustaše, ὅπου μέ δόλο μάζεψαν τά ὅπλα ἀπό τούς Σέρβους καί ἄρχισαν τή σφαγή... Πνευματικός καθοδηγητής τους ἦταν ὁ Φραγκισκανός ἱερέας τοῦ μοναστηριοῦ Gorica τῆς ἐπαρχίας τοῦ Livno, Srećko Perić, ὁ ὁποῖος καί πρωτοστατοῦσε στίς σφαγές. Μιά ἑβδομάδα πρίν ἀπό τή σφαγή, εἶπε στούς Κροάτες: "Σφάξτε ὅλους τούς Σέρβους καί πρῶτα-πρῶτα τήν ἀδελφή μου, πού ἔχει παντρευτῆ Σέρβο. Μετά ἐλᾶτε στήν ἐκκλησία, νά σᾶς ἐξομολογήσω, νά σᾶς κοινωνήσω καί ὅλα τά ἁμαρτήματά σας θά συγχωρεθοῦν"»(ΝΣ, 73).
«Στό Κροατικό χωριό Prolog βρισκόταν μόνο μιά Σερβική οἰκογένεια, μέ τό ὄνομα Arnaut. Οἱ Ustaše μπῆκαν μιά νύχτα στήν κατοικία αὐτῆς τῆς Σερβικῆς οἰκογένειας καί ἀφοῦ συνέλαβαν ὅλα τά μέλη της, τά ὁδήγησαν σ' ἕνα χωράφι ὅπου τούς ἐκτέλεσαν. Τήν ἄλλη μέρα ἦλθαν οἱ ἴδιοι Ustaše, γιά νά θάψουν τά πτώματα τῆς οἰκογένειας πού ἐκτέλεσαν. Τότε ἀνακάλυψαν ζωντανό ἕνα κοριτσάκι 10 χρόνων, πού λεγόταν Mara Arnaut. Αὐτό καθόταν ἀνάμεσα στά πτώματα ἀκουμπισμένο στή νεκρή μητέρα του. Ὅταν ἀντίκρισε τούς Ustaše, τούς ἱκέτεψε νά μήν τήν σκοτώσουν λέγοντας: "Θεῖε, εἶμαι ζωντανή, μή μέ σκοτώσετε"... Ὅμως οἱ Ustaše ἐκτέλεσαν κι αὐτό τό κοριτσάκι καί τό ἔθαψαν μαζί μέ τά ὑπόλοιπα πτώματα τῆς οἰκογένειας Arnaut (=7 ἄτομα)»(ΝΣ, 76).
«"Τό Βάπτισμα τῶν παιδιῶν": Ἀπό τίς ἀναμνήσεις ἑνός αἰχμαλώτου, στό στρατόπεδο Jasenovac.
"...Μέ φρεσκοξυρισμένο πρόσωπο καί κοστούμι κυνηγετικό, ὁ Ρωμαιοκαθολικός ἱερέας Mastorović παρατηροῦσε μέ εὐχαρίστησι τά θύματά του. Πλησίασε τά παιδιά, χαϊδεύοντάς τα στό κεφάλι. Στή συντροφιά προστέθηκε καί ὁ Ljubo Miloš καί ὁ Ivica Matković. Ὁ ἱερέας Ustaše Mastorović, εἶπε στίς μητέρες τῶν παιδιῶν ὅτι ἔφτασε ἐκείνη ἡ στιγμή πού θά βαπτιστοῦν τά παιδιά τους. Ἅρπαξαν βίαια τά παιδιά ἀπ᾽ τίς μητέρες, ἐνῶ τό ἀθῶο χεράκι τοῦ παιδιοῦ, πού κρατοῦσε ὁ Mastorović, χάιδευε τό πρόσωπο τοῦ μελλοντικοῦ φονιᾶ του. Οἱ μητέρες τρελλές ἀπ᾽ τήν ἀγωνία, παρακολουθοῦσαν τή σκηνή καί πρόσφεραν τή ζωή τους, ζητώντας ἔλεος γιά τά μικρά παιδάκια. Δυό παιδιά ἔπεσαν ἀμέσως στό χῶμα, ἐνῶ τό τρίτο τό πέταξε σάν μπάλα ὁ ἱερέας Mastorović, κρατώντας στό χέρι τό στιλέτο στραμμένο πρός τά πάνω. Τρεῖς φορές ἀστόχησε, ἀλλά τήν τέταρτη, τό παιδί βρέθηκε καρφωμένο, μέ ἔκδηλη τήν ἱκανοποίηση τοῦ Ρωμαιοκαθολικοῦ ἱερέα Mastorović, πού ἀποτυπωνόταν στά μάτια καί στό χαμόγελό του. Οἱ μητέρες ἔπεσαν στά γόνατα θρηνώντας...".
Egon Berger ("44 μῆνες στό Jasenovac", Zagreb, 1966, σελ. 57-58)»(ΝΣ, 84).
«Ἀποσπάσματα ἀπ᾽ τό Μαρτυρολόγιο τοῦ Jasenovac
"Κάνε παιδί μου τή δουλειά σου"
Ἰανουάριος 1943. Ὁ τότε διοικητής τοῦ στρατοπέδου τοῦ Jasenovac, Ivica Matković, διέταξε νά σχηματιστῆ "ἰατρική ἐπιτροπή", ἡ ὁποία συστηματικά θά ἐξέταζε ἕνα ὁρισμένο ἀριθμό ἐκτελεστῶν Ustaše, διότι ἤθελε νά ἔχει ἁρμόδια γνώμη γιά τήν κατάστασι τῆς ὑγείας τους. Πρόεδρος αὐτῆς τῆς ἐπιτροπῆς ἦταν ὁ ὀνομαστός Ustaše, ὑπολοχαγός Pripić καί σάν γιατροί ὁ Dr. N. Nikolić κἰ ἐγώ.
Πρίν ἀπ᾽ τό βράδυ, τήν παραμονή τῆς ἡμέρας πού ἡ ἐπιτροπή ἔπρεπε ν᾽ ἀρχίση νά ἐργάζεται, ξαφνικά, μέ κάλεσαν στήν κατοικία τοῦ ἀξιωματικοῦ, ὅπου, στό δωμάτιό του μέ περίμενε ὁ Žile Friganović, ἕνας ἀπ᾽ τούς πιό αἱμοχαρεῖς ἐκτελεστές στό Jasenovac.
"Ὅταν μπῆκα στό δωμάτιο, ὁ Žile καθόταν σέ μιά πολυθρόνα, μέ ἀνακατωμένα τά μαλλιά, μέ κατακόκκινα μάτια καί μέ ἔκφρασι ἑνός μεθυσμένου. Στό δωμάτιο ἦταν αἰσθητή ἔντονη ἡ μυρωδιά ἀπό ρακί. Καί πραγματικά στό τραπέζι ὑπῆρχε ἕνα μισο-ἄδειο μπουκάλι καί μερικά ποτηράκια χωρίς τάξι.
—Ἄ, ἦρθες, γιατρέ. Κάθισε ἐκεῖ στήν καρέκλα κι ἄν θέλης νά σερβιριστῆς ρακί, μοῦ εἶπε καί στράφηκε στόν Ustaše πού μέ εἶχε συνοδεύσει: Κἰ ἐσύ, εἶσαι ἐλεύθερος νά πᾶς στή δουλειά σου.
Μείναμε στό δωμάτιο μόνοι. Ὁ Žile, ἀπ᾽ τήν ἀρχή μέ μετροῦσε μέ τό μισόκλειστο, ἐπίμονο ἀλλά καί ἀβέβαιο βλέμμα του. Μετά ξαφνικά πήδηξε ἀπ᾽ τήν πολυθρόνα, ἀκούμπησε τά χέρια του στό τραπέζι καί μοῦ ἔρριξε ἕνα ἄγριο βλέμμα.
—Ξέρεις, γιατρέ, ὅτι μπορῶ νά σέ σφάξω σάν ἀρνί ἐδῶ καί τώρα καί νά μή δώσω λόγο σέ κανένα γἰ αὐτό;
Δέν μοῦ ἀπόμενε τίποτε ἄλλο παρά νά κατεβάσω τούς ὤμους καί κουβαριασμένος νά πῶ:
—Ξέρω.
Κοίταζε ἐπίμονα πρός ἐμένα.
—Ξέρεις, γιατρέ, γιατί σέ κάλεσα σήμερα ἐδῶ; Εἶναι εὐνόητο πώς δέ γνωρίζεις. Ἀλλά μή φοβᾶσαι, δέν θά σέ σκοτώσω. Σήμερα ἔχω ἄλλη δουλειά μαζί σου. Ἐσύ ὀφείλεις νά μοῦ ὑποσχεθῆς ὅτι θά μέ βοηθήσεις.
Δέν μποροῦσα καθόλου νά βρῶ τί σκοπό εἶχε γιά μένα αὐτός ὁ ἐκτελεστής, ἀμήχανα ἀπάντησα:
—Θά κάνω ὅ,τι μπορῶ.
—Λοιπόν, γιατρέ, εἴμαστε τώρα ἐμεῖς οἱ δυό μόνοι. Καί ἄν κάποιος μάθη κάτι ἀπ᾽ αὐτό πού θά συζητήσουμε, ἐσύ ξέρεις τί σέ περιμένει... Ἐγώ δέν μπορῶ περισσότερο νά ὑποφέρω αὐτό τό μαρτύριο. Δέν μέ βοηθοῦν πιά οὔτε οἱ σφαγές, οὔτε οἱ βασανισμοί, οὔτε τό αἷμα, οὔτε οἱ κραυγές, οὔτε οἱ γυναῖκες, οὔτε τό ρακί. Ἔχω μιά ἔμμονη ἰδέα καί μέ τίποτε δέν μπορῶ νά ἀπαλλαγῶ ἀπ᾽ αὐτήν. Μάλιστα, αὐτός ὁ γέρος μοῦ στριφογυρίζει στό κεφάλι καί δέν μπορῶ ὁλότερα νά βρῶ εἰρήνη.
Σταμάτησε σάν νά δίσταζε. Καί μετά συνέχισε ἀκόμα πιό ταραγμένα.
—Ἐσύ γνωρίζεις πολύ καλά, ποιός εἶμαι ἐγώ. Εἶσαι παλαιός αἰχμάλωτος καί γι᾽ αὐτό θά παίξω μέ ἀνοιχτά χαρτιά. Νά, ἐγώ, ὁ Žile, ὁ πιό αἱμοχαρής Ustaše στό Jasenovac, πού ἔσφαξε χιλιάδες αἰχμαλώτους, νά αὐτός ὁ Žile ἔγινε κουρέλι ἐξαἰτίας κάποιου γέρου, τοῦ βρωμεροῦ χωριάτη Vukašin ἀπό τό Klepci.
Σταμάτησε ξανά, ἤπιε ἕνα ποτήρι ρακί καί συνέχισε:
—Ἐσύ θά θυμᾶσαι, ὅτι τόν Αὔγουστο τοῦ 1942 εἶχε γίνει μιά μεγάλη παράταξι, ὅταν ὁ Jere Maričić ἔστειλε στήν Gradina 3.000 ἄτομα γιά σφάξιμο. Τότε, ὁ Pero Brzica, ὁ Zrinusić, ὁ Šipka κἰ ἐγώ, εἴχαμε βάλει στοίχημα, ποιός θά σφάξη περισσότερους αἰχμαλώτους αὐτό τό βράδυ. Ἄρχισε ἡ σφαγή καί μετά μία ὥρα, εἶχα ἤδη προχωρήσει πολύ πιό μπροστά ἀπό τούς ἄλλους σέ σχέσι μέ τόν ἀριθμό τῶν σφαγμένων. Αὐτό τό βράδυ μέ εἶχε καταλάβει ἕνα ἀσυνήθιστο πάθιασμα.
Καί τότε, ἐνῶ βρισκόμουν στή μεγαλύτερη παραφορά ἔρριξα, τυχαῖα, μιά ματιά στό πλάι καί εἶδα ἕνα γεροντότερο χωρικό, ὁ ὁποῖος μέ κάποια ἀνεξήγητη ἠρεμία στεκόταν καί ἔβλεπε ἥσυχα πῶς ἔσφαζα. Αὐτή του ἡ ματιά μέ ἔκοψε στά δύο. Γιά κάποια ὥρα δέν μποροῦσα νά κουνηθῶ... Πλησίασα αὐτόν τόν χωρικό, ἀπ᾽ τόν ὁποῖο ἔμαθα, ὅτι εἶναι κάποιος Vukašin ἀπό τό χωριό Klepci κοντά στό Čapljina. Στό σπίτι του ὅλοι εἶχαν σκοτωθῆ κἰ αὐτόν τόν πῆραν ἀπό κάποια δουλειά καί τόν ἔστειλαν στό Jasenovac. Ὅλα αὐτά μοῦ τά εἶπε τόσο ἥσυχα, πού μέ σημάδεψε βαθειά. Βλέποντας κἰ ἀκούγοντας αὐτόν τό γέροντα, ξαφνικά ἀναστατώθηκα ἀπ᾽ τήν ἐπιθυμία νά τοῦ τσακίσω αὐτή τήν ἠρεμία μέ ἀπάνθρωπα βασανιστήρια. Τόν πῆρα καί τόν κάθισα σ᾽ ἕνα σπαμένο πολυβόλο πού ἦταν ἐκεῖ. Τόν διέταξα νά κραυγάση "Ζήτω ὁ ἀρχηγός Pavelić", καί πώς ἄν δέν τό πῆ, θά τοῦ κόψω τό αὐτί. Ὁ Vukašin σιωποῦσε. Τοῦ ἔκοψα τό αὐτί. Αὐτός δέν εἶπε λέξι. Τοῦ ξαναεῖπα νά κραυγάση "Ζήτω ὁ Pavelić", ἀλλιῶς θά τοῦ κόψω καί τό δεύτερο αὐτί. Αὐτός συνέχιζε νά σιωπᾶ. Τοῦ ἔκοψα καί τό δεύτερο αὐτί. Τοῦ λέω, φώναξε "Ζήτω ὁ Pavelić", ἀλλιῶς θά σοῦ κόψω τή μύτη! Αὐτός σιωποῦσε. Τότε τοῦ ἔκοψα τή μύτη. Κἰ ὅταν γιά τέταρτη φορά τόν διέταξα νά φωνάξη "Ζήτω ὁ Pavelić" καί τόν ἀπείλησα ὅτι θά τοῦ ξερριζώσω τήν καρδιά, αὐτός μέ κοίταξε καί ρίχνοντας τό βλέμμα του κάπου πέρα καί πάνω ἀπό μένα, στό ἄπειρο, ἀργά καί καθαρά μοῦ εἶπε: "Κάνε, παιδί μου, τή δουλειά σου".
Μετά ἀπ᾽ ὅλα, αὐτή ἡ τελευταία φράσι μέ τρέλλανε ἐντελῶς. Πήδησα ἐπάνω του, τοῦ ἔβγαλα τά μάτια, τοῦ ξερρίζωσα τήν καρδιά, τοῦ ἔκοψα τό λαιμό καί ἀπ᾽ τά πόδια τόν ἔσπρωξα στό λάκκο. Ἀλλά τότε κάτι ἔσπασε μέσα μου· ἐκεῖνο τό βράδυ δέν μπόρεσα πιά νά σκοτώσω κανέναν. Ἀπό τότε δέ βρῆκα πιά ἡσυχία. Ὁποτεδήποτε ἐπιχειρήσω νά κάνω τήν παλαιά μου δουλειά, πάντοτε προβάλλει μπρός μου ἡ ὄψι τοῦ Vukašin. Καί τότε, σπάω, διαλύομαι, πέφτει ἡ δύναμί μου καί δέν μπορῶ νά κάνω τίποτε. Ἄρχισα νά πίνω ὅλο καί περισσότερο, ἀλλά αὐτό μέ βοηθάει μόνο γιά μιά στιγμή. Καί συχνά, πίνοντας, ἰδιαίτερα πρός τό βράδυ, ξαφνικά μέ τραβᾶ ἡ φωνή: "Κάνε, παιδί μου, τή δουλειά σου". Καί τότε, σάν τρελλός, ἀναγκάζομαι νά τριγυρίζω παντοῦ, νά βουλώνω τά αὐτιά, νά χτυπῶ τό κεφάλι μου, νά φωνάζω, νά τά σπάω ὅλα γύρω μου σάν ἀλλοπαρμένος. Τό βράδυ δέν ἔχω πουθενά ἡσυχία, κάθε ὥρα τινάζομαι ἀπό τόν ὕπνο καί τότε ξαφνικά στό σκοτάδι βλέπω τήν ἐφιαλτική μορφή τοῦ Vukašin καί ἀκούω αὐτό: "Κάνε, παιδί μου, τή δουλειά σου". Καί, νά τώρα ἔχω γίνει σάν πτῶμα καί μέ τίποτε δέν μπορῶ πιά νά βοηθήσω τόν ἑαυτό μου.
Μετά ἀπό αὐτή τήν τραγική ἐξομολόγησι, ὁ Žile ξαφνικά σώπασε. Παρασύρθηκε ἄγρια κάπου μακρυά, ὅλος μουδιασμένος καί ἔτσι γιά λίγο ἔμεινε σάν κάποια ἀπολιθωμένη φιγούρα. Τότε ἄρχισαν νά συσπῶνται οἱ μῦς τοῦ προσώπου του. Τά μάτια του ἄστραψαν, ἔδεσε σφιχτά τίς παλάμες. Ἄρχισε νά λαχανιάζη κἰ ἀβοήθητος νά στριφογυρίζη ἐπί τόπου. Μέ μιᾶς, ξέσπασε σέ κάποια ἀλλόκοτα ἀναφιλητά. Ξαφνικά σέ μιά στιγμή, σηκώθηκε βίαια ἀπ᾽ τήν πολυθρόνα, γονάτισε μπροστά μου, πῆρε μέ φόρα τό χέρι μου καί ἄρχισε νά τό φιλᾶ. Φοβερά ταραγμένος ἀπό αὐτή τήν ἀπροσδόκητη τροπή, μόλις μετά τήν πρώτη κατάπληξι, μέσα ἀπ᾽ τούς θρήνους του μπόρεσα νά διακρίνουν ὅτι μιλοῦσε.
—Γιατρέ, σάν Θεό σέ παρακαλῶ, βοήθησέ με. Ξέρω πώς εἶμαι ἕνας ἄθλιος ἄνθρωπος καί δέν μπορῶ μόνος μου νά σταματήσω τό βάσανό μου μέ μιά σφαίρα. Δέ μέ βοηθᾶ πιά οὔτε ἡ ἐξομολόγησι, οὔτε ἡ προσευχή τοῦ ἱερέα τοῦ στρατοπέδου, Brekalo. Δέ μέ βοηθᾶ οὔτε ἡ ἀκόλαστη ζωή, οὔτε τό πιοτό. Καί αὔριο εἶμαι ὁρισμένος γιά ἰατρική ἐξέτασι στήν "ἐπιτροπή". Ἐσύ ἐκεῖ θά εἶσαι γιατρός καί θά κάνης εἰδική γνωμάτευσι. Γιατρέ, σέ ἱκετεύω, στείλε με κάπου γιά ἀνάπαυσι, σέ κάποια μπάνια κἰ ἐκεῖ θά προσπαθήσω νά ἠρεμήσω. Σέ παρακαλῶ, γιατρέ, θέλεις νά μου τό κάνης; Ὑποσχέσου μου! Αὐτό μοῦ εἶναι ἡ μοναδική σωτηρία. Ἔλεος, κάνε μου ἔλεος!
Ἔμεινα βουβός. Ἡ συσσώρευσι τόσων ἐντυπώσεων καί πιέσεων ἀπό μιά φοβερή μανιακή κρίσι τήν ὁποία παρακολούθησα, μαζί μέ τή ριζωμένη μέσα μου στάσι τοῦ αἰχμαλώτου μπροστά στόν ἐκτελεστή του, καθώς καί ἡ ἀπαίσια ἐξομολόγησι αὐτοῦ τοῦ πιό ἀπάνθρωπου φονιᾶ—ὅλα αὐτά—μέ ἀναστάτωσαν μέχρι τά κατάβαθά μου, ὥστε μοῦ διαταράχτηκε ἡ λογική ροή τῆς σκέψεως κἰ ἄρχισε καί μένα νά μου γυρίζη τό κεφάλι. Ἀλλά ὅταν ἔπιασε ὁ Žile νά μοῦ φιλᾶ τό χέρι, μέ μιᾶς ἔνοιωσα σάν νά μέ ἄγγιξε ἕνα γλοιῶδες τέρας. Αὐτόματα τράβηξα τό χέρι μου. Πήδησα ἀπό τήν καρέκλα, καί μετά τά τελευταῖα λόγια του, τελείως χαμένος, ψέλλισα μέ κάποια ἀργή, ξένη φωνή:
—Καλά, θά προτείνω νά σέ στείλουν στό Lipik.
Μετά ἀπ᾽ αὐτό τό ὑστερικό κλάμα ὁ Žile εἰρήνευσε, σηκώθηκε, ἔκανε μερικές βόλτες στό δωμάτιο καί τότε στάθηκε μπροστά μου καί μοῦ πέταξε διαπεραστικά:
—Τώρα τά γνωρίζεις ὅλα, μπορεῖς νά πᾶς!
Ὅταν βγῆκα ἔξω, αἰσθανόμουν σάν νά ξύπνησα ἀπό ἕνα τρομερό ἐφιάλτη καί προσπάθησα νά δροσιστῶ ἀναπνέοντας βαθειά τήν ἀνανεωτική παγωνιά τῆς χειμωνιάτικης νύχτας.
Αὐτό τό βράδυ, πού δέν μπόρεσα νά κοιμηθῶ, μπροστά στά μάτια μου, ἀδιάκοπα περνοῦσε ἡ φωτεινή μορφή τοῦ Vukašin ἀπ᾽ τό Klepci καί τό κουβάρι τῆς δυστυχίας καί ἀθλιότητας πού ὀνομαζόταν Žile.
Nedo Zec»(ΝΣ, 91).
«Ὁ Baranac R. στίς 27/12/1991 πού γιόρταζε τό "Slava" του δηλ. τόν Ἅγ. Στέφανο, κάλεσε τό μουσουλμάνο φίλο του Hasan S. στό σπίτι του. Ἀφοῦ φάγανε μαζί, ὁ Hasan ἔβγαλε τό πιστόλι του καί τόν πυροβόλησε. Κι αὐτό τό ἔκανε κατόπιν διαταγῆς πού εἶχε πάρει ἀπ᾽ τό SDA (κόμμα τοῦ Izetbegović). Ἡ ἡγεσία τοῦ κόμματος εἶχε προγραμματίσει νά ἐμποδίζη τούς Σέρβους νά γιορτάζουν τό "Slava" τους, σκορπίζοντας τό φόβο ἀνάμεσά τους κι ἔτσι νά τούς ἀναγκάσουν νά φύγουν γιά τή Σερβία»(ΝΣ, 118).
«Τό πρῶτο θύμα τοῦ νέου μουσουλμανικοῦ φανατισμοῦ, ἦταν ὁ Nikola Gardović, τήν 1η Μαρτίου 1992, πού ἦταν νεωκόρος στήν ἐκκλησία τῆς Μεταμορφώσεως στό Sarajevo. Ἐμπρός στήν εἴσοδο τῆς ἐκκλησίας αὐτῆς τοῦ 11ου αἰώνα, ἕνας μουσουλμάνος κάτοικος τοῦ Sarajevo πυροβόλησε μέ δόλο καί χωρίς αἰτία τόν ἄτυχο Nikola, ἐνῶ εἶχε τελειώσει ὁ γάμος τοῦ γυιοῦ του, πού μετά ἔγινε ἱερέας. Τό φοβερό αὐτό ἔγκλημα ἦταν μιά σοβαρή προειδοποίησι τῶν μουσουλμάνων πρός τούς Σέρβους, ὅτι δέν εἶχαν πλέον θέσι στό Sarajevo»(ΝΣ, 121).
«Ἡ πυρπόληση τῆς Μονῆς τοῦ Žitomislić.
Τό Žitomislić ἦταν ἕνα μοναδικῆς πολιτισμικῆς καί θρησκευτικῆς ἀξίας μοναστήρι τῆς Herzegovina. Εἶχε χτιστῆ τόν 15ο αἰώνα. Ὅπως ἀναφέρει ὁ μάρτυς, ἡ πυρπόλησι ἔγινε στά τέλη Ἰουνίου 1992. "... Τότε ἤμουν στό καφενεῖο, ὅταν μπῆκαν μέσα 4 σύντροφοί μου μουσουλμάνοι καί ἄρχισαν νά γελᾶνε δυνατά καί μέσα ἀπό τίς κραυγές τους καί τόν ἐνθουσιασμό τους, φώναζαν πώς ἔπεσε τό μοναστήρι τοῦ Žitomislić..."»(ΝΣ, 145).
<>
Αν δεν μπορείς να είσαι η προσευχή,
τουλάχιστον μην γίνεις η κατάκριση.
Αν δεν μπορείς να γίνεις το φως που οδηγεί,
τουλάχιστον μην γίνεις το εμπόδιο που δυσκολεύει.
Αν δεν μπορείς να προσφέρεις ελεημοσύνη,
τουλάχιστον πρόσφερε έναν λόγο παρηγοριάς.
Αν δεν μπορείς να φτάσεις στην απάθεια,
τουλάχιστον μείνε στη μετάνοια.
Αν δεν μπορείς να είσαι η αγάπη που θυσιάζεται,
τουλάχιστον μην γίνεις το μίσος που διχάζει.
Αν δεν μπορείς να έχεις δάκρυα στα μάτια,
ας έχεις τουλάχιστον συντριβή στη σκέψη.
Αν δεν μπορείς να κερδίσεις την αρετή,
τουλάχιστον μην υπερηφανεύεσαι για την πτώση.
Αν δεν μπορείς να είσαι ο λιμένας των κατατρεγμένων,
τουλάχιστον μην γίνεις ο δυνάστης των αδυνάμων.
Αν δεν μπορείς να ξεχάσεις το τραύμα,
τουλάχιστον μην ανταποδώσεις το χτύπημα.
Αν δεν μπορείς να αγκαλιάσεις τον εχθρό σου,
τουλάχιστον μην τον καταριέσαι στον λογισμό σου.
Αν δεν μπορείς να είσαι η πηγή της χαράς,
τουλάχιστον μην γίνεις το φαρμάκι της γκρίνιας.
Αν δεν μπορείς να δικαιολογήσεις το σφάλμα,
τουλάχιστον μην το διαλαλείς στους άλλους.
Αν δεν μπορείς να θεραπεύσεις την πληγή,
τουλάχιστον μην την αγγίζεις με σκληρότητα.
Αν δεν μπορείς να είσαι ο κήπος της πραότητας,
τουλάχιστον μην γίνεις το αγκάθι του θυμού.
Αν δεν μπορείς να χαίρεσαι με την επιτυχία του άλλου,
τουλάχιστον μην λυπάσαι με την ευτυχία του.
Αν δεν μπορείς να θυσιαστείς για τον αδελφό,
τουλάχιστον μην τον εκμεταλλευτείς για τον εαυτό σου.
Αν δεν μπορείς να είσαι η γέφυρα της συμφιλίωσης,
τουλάχιστον μην γίνεις το τείχος του εγωισμού.
Αν δεν μπορείς να αγαπήσεις με όλη σου την ψυχή,
τουλάχιστον ικέτευσε τον Θεό να σε διδάξει πώς να το κάνεις.
<>
Μαρτυρία Κ. Ἀλεβίζου-Σκαλτσῆ: «Ὁ διάλογος ἀνάμεσα στό Λυκειάρχη καί σέ μιά καθηγήτρια.
—Κύριε Λυκειάρχα, σᾶς συμβαίνει κάτι; Νά φωνάξουμε γιατρό;
—Περάστε, καθῆστε καί ἀκοῦστε κι ἐσεῖς αὐτό τό ὁποῖο ἄκουσα καί ἐγώ πρώτη φορά στή ζωή μου. Πρό ὀλίγου, μέ ἐπισκέφθηκε, προερχόμενος ἀπό μιά μεγάλη πόλι, ἕνας χαροκαμένος πατέρας. Τό παιδί τό ὁποῖο ἔχασε, μαθητής Α´ Λυκείου, ἦρθε στήν περιοχή μας τό καλοκαίρι γιά νά δῆ τόν παπποῦ του. Ἐδῶ γνωρίστηκε μέ ἕνα μαθητή μας, συνομήλικό του, πού προθυμοποιήθηκε νά τόν κάνη βόλτα μέ τό αὐτοκίνητο τοῦ πατέρα του. Ἀπό ὑπερβολική ταχύτητα ὁ ἔφηβος ὁδηγός ἔχασε τόν ἔλεγχο καί ἔπεσε πάνω σέ μιά ἐλιά. Ὁ ἐπισκέπτης ἀφησε τήν τελευταία του πνοή ἐδῶ. Ὁ πατέρας τοῦ θύματος ἦλθε γιά νά μέ παρακαλέση νά προσέξω ἰδιαίτερα τό νεαρό, πού ἔγινε αἰτία νά χάση τό γυιό του. Μοῦ εἶπε μάλιστα νά διαβιβάσω τήν παράκλησι αὐτή καί πρός τούς καθηγητές καί πρός τά ἄλλα παιδιά. Αὐτός, εἶπε, μπορεῖ νά ἔχασε τό παιδί του, δέν εἶναι ἀνάγκη, ὅμως, νά χαθῆ ἀπό ψυχολογικά τραύματα ἕνα ἀκόμη παιδί.
—Δικαιολογημένα, κ. Λυκειάρχα, μείνατε ἔκπληκτος. Ἐγώ, ὅμως, ἔζησα κάτι παρόμοιο μέ μιά φίλη μου πού ἔχασε τήν κόρη της, τελειόφοιτη Λυκείου, μετά ἀπό σύγκρουσι μηχανῆς πού ὁδηγοῦσε ἕνας συμμαθητής της σέ κολόνα τῆς ΔΕΗ. Ἡ μάνα βρῆκε τό κουράγιο καί, μετά τό μνημόσυνο, φρόντισε νά συναντήση τό νεαρό καί νά τοῦ πῆ: “Ὁ Θεός πῆρε τό παιδί μου, τή στιγμή πού Ἐκεῖνος γνώριζε ὅτι ἦταν ἡ καλύτερη. Ἐσύ, πρόσεξε νά τελειώσης μέ τό καλό τό σχολεῖο καί νά βγῆς μέ σύνεσι στή ζωή. Μή σταθῆς σ᾽ αὐτό τό περιστατικό. Καί ὁ ἄντρας μου σέ ἔχει συγχωρέσει. Ἁπλά δέν ἔχει βρεῖ ἀκόμη τή δύναμι νά σέ ἀντικρύση”.
—Εἰλικρινά, συμπλήρωσε ὁ Λυκειάρχης, μένω ἄφωνος καί μέ τό δικό σας περιστατικό. Θυμᾶμαι κάποιο τροχαίο πού εἶχε συμβεῖ στό συγγενικό μου περιβάλλον μέ θῦμα μιά ἐξαδέλφη μου πού ἦταν ἀρραβωνιασμένη. Ἡ μητέρα της, μέχρι πού πέθανε σέ βαθειά γεράματα, πάντα δυσανασχετοῦσε ὅταν μάθαινε κάποια καλή εἴδησι γιά τά τρία ἄτομα πού εἶχαν ἐπιζήσει τοῦ τροχαίου»(ΣΑ, 132).
<>
Θυμᾶται ὁ Μητρ. Ἀργολίδος Νεκτάριος: «Βρέθηκα κάποτε σέ μιά δημόσια ὑπηρεσία. Χαρτιά, δικαιολογητικά, σφραγῖδες, ὑπογραφές, ἀνέβα στόν τρίτο ὄροφο, κατέβα στό δεύτερο, ἀνέβα στόν ἕκτο καί βέβαια τό ὡράριο τελειώνει. Ξαναέρχεσαι τήν ἄλλη μέρα πού μπορεῖ νά ἔχη ἀπεργία, στάσι ἐργασίας ἤ ὁ ὑπεύθυνος νά εἶναι σέ ἄδεια κ.λπ. κ.λπ.. Ἔβλεπα ἕνα ταλαίπωρο γεροντάκι. Κανείς δέν τοῦ ἔδινε σημασία. Ἤ τοῦ ἔλεγαν τί νά κάνη μέ μιά γλῶσσα πού δέν τήν καταλάβαινε. Κι αὐτός μέ τά χαρτιά στά χέρια νά μήν ξέρη τί τοῦ γίνεται.
Εὐτυχῶς μέσα σ᾽ αὐτό τό χάος ἕνας νέος ἄνθρωπος μέ εὐαισθησία βγῆκε ἀπό τό γραφεῖο του καί κάθισε δίπλα στόν παπποῦ. Προσπάθησε νά τοῦ ἐξηγήση. Σάν εἶδε ὅτι δέν θά μποροῦσε νά ἐξυπηρετηθῆ μόνος του, πῆρε τά χαρτιά, τά τακτοποίησε, τά πῆγε γιά ὑπογραφές κλπ. καί τά παρέδωσε ἕτοιμα στόν παπποῦ. Τό τί εὐχές πῆρε δέν περιγράφεται.
Ἤθελα νά τοῦ σφίξω τό χέρι, ἀλλά δέν τόλμησα. Τόν εἶδα νά γυρίζη στό γραφεῖο του. Δύο συναδέλφισσές του τόν κοίταξαν μέ μιά γκριμάτσα εἰρωνείας... Τούς χάλασε τή σούπα, τίς συνήθειες, τό κατεστημένο...
Ἡ ἐξυπηρέτησι τοῦ πλησίον κοντεύει νά γίνη παράπτωμα»(ΣΑ, 147).
<>
Διηγεῖται ἡ Ἑλένη Μπαδράβου: «Ὁ Γιάννης μου, μέ τήν καλοσύνη του, ἔκαμε πολλά καλά σέ ὅλη του τή ζωή.
Μιά νύκτα τοῦ χειμῶνος χτύπησαν οἱ καμπάνες ὅπως ὅταν εἶναι πυρκαγιά. Ξύπνησε ὁ Γιάννης κι ἔφυγε τρομαγμένος. Ἡ πυρκαγιά ἦταν στό ἄλλο τετράγωνο.
Ὅταν γύρισε μοῦ εἶπε ὅτι πῆρε φωτιά τό σπίτι ἑνός καθηγητοῦ.
Κόσμος πολύς μαζεύτηκε. Ὁ καθηγητής ἔξω στό δρόμο μέ τά νυχτικά. Κρύο, παγωνιά. Ἔτρεμε.
Τότε, ὁ Γιάννης, χωρίς νά τόν γνωρίζη, ἔβγαλε τό χονδρό ἐπανωφόρι του πού εἶχε ἀγοράσει στό Παρίσι γιά τό πολύ κρύο καί τοῦ τό ἔδωσε. Ὅλη ἡ οἰκογένεια τῆς πεθερᾶς μου ἦταν πονόψυχοι ἄνθρωποι.
Ἕνας θεῖος ἦταν πρακτικός κτηνίατρος. Θεράπευε ὅλα τά ζῶα ὅλων καί αὐτοί πού εἶχαν χρήματα τόν πλήρωναν. Τούς ἄλλους τούς ἔγραφε στό τεφτέρι του.
Κάθε Σάββατο ἔλεγε:
—Ἔλα, Γιάγκο, νά κάνουμε τό λογαριασμό.
Ἄρχιζαν ἀπό τήν Δευτέρα. Διάβαζε ὁ Γιάννης καί ὁ θεῖος ἔλεγε:
—Σβῆσε τον αὐτόν. Ἔχει οἰκογένεια.
Γιά τόν ἄλλον:
—Τί νά τοῦ πάρης, δέν ἔχει νά πληρώση, καί οὕτω καθεξῆς.
Γύριζαν τίς σελίδες ὥς τό Σάββατο καί λίγοι πλήρωναν. Ὁ Γιάννης ἀποροῦσε.
—Θεῖε, ὅλα τά χαρίζεις. Πῶς θά περάσης; Ἔχεις καί σύ οἰκογένεια.
—Ἔχει ὁ Θεός, ἔλεγε. Τό χέρι τοῦ Θεοῦ δέν κονταίνει.
Ἔθρεψε τά παιδιά του καί τά δύο ὀρφανά ἀνιψάκια του. Πάντρεψε τά κορίτσια μέ καλούς γαμπρούς χωρίς προίκα καί σπούδασε τά ἀγόρια σέ καλές ἐργασίες. Καί πέθανε πλήρης ἡμερῶν.
Πέρασαν τρία χρόνια καί πῆγε ἡ κόρη του μέ τόν ἱερέα στόν τάφο γιά τήν ἐκταφή. Ὁ κηπουρός εἶχε ρίξει λουλούδια ἐπάνω στόν τάφο. Ὁ παπᾶς τοῦ λέει:
—Γιατί ρίχνεις λουλούδια κάθε μέρα στόν τάφο ἑνός γέρου;
Καί ὁ κηπουρός εἶπε:
—Μέ τά λουλούδια τοῦ κήπου μου, τόν εὐχαριστῶ γιά τό μεγάλο καλό πού μοῦ ἔκανε ὅταν εἶχα μικρά τά παιδιά μου. Μοῦ ἀγόρασε ἄλογο γιά τό κάρο μου καί ἐργαζόμουν. Μέ χρόνια ὅταν ψόφησε, μοῦ ἀγόρασε ἄλλο καί μεγάλωσα τά παιδιά μου. Τώρα στά γεράματα ἔγινα κηπουρός.
Ὅταν ἄνοιξαν τόν τάφο καί ἔβγαλαν τά κόκκαλα, εὐωδίαζαν θυμίαμα. Καί ἦταν λευκά καί ἔλαμπαν σάν τό χρυσάφι...»(ΣΑ, 154).
<>
«Ἡ κυρία τοῦ σπιτιοῦ δέν ἐνοχλεῖτο, μᾶλλον χαιρόταν μέ τή χαρά μας. Ὅταν ἡ μπάλλα ἔπεφτε στήν αὐλή της τήν ἔριχνε πίσω. Τό σπίτι εἶχε καί δύο τζαμαρίες. Ὑπῆρχαν περιπτώσεις πού ἡ μπάλλα ἔπεφτε κι ἔσπαγε τά τζάμια. Ποτέ δέν διαμαρτυρήθηκε.
Τό πιό συγκινητικό συνέβη ἕνα ἀπόγευμα. Ἡ κυρία E. ἦταν μέσα ἀπό τή τζαμαρία καί καθάριζε. Ἡ μπάλλα ἔπεσε στήν τζαμαρία, τά τζάμια ἔσπασαν καί ἔπεσαν πάνω της. Τά χέρια της μάτωσαν. Κί ἐμεῖς τρομάξαμε. Περιμέναμε νά ἀκούσουμε φωνές, γκρίνιες. Τίποτε ἀπό ὅλα αὐτά. Ἡ κυρία Ἐ., σάν νά μή συνέβη τίποτε, πῆρε μέ τά ματωμένα χέρια της τή μπάλλα καί τήν πέταξε στήν ἀλάνα γιά νά συνεχίσουμε τό παιχνίδι!»(ΣΑ, 156).
<>
«Ἕνας ἐργάτης σ᾽ ἕνα ἐργοστάσιο κατεψυγμένων ψαριῶν βίωσε ἕνα γεγονός πού δέν θά ξεχνοῦσε ποτέ...
Κατά τή διάρκεια τῆς βάρδιας του ἐγκλωβίστηκε κατά λάθος μέσα στό βιομηχανικό καταψύκτη.
Ἀπελπισμένος, φώναξε γιά βοήθεια, ἀλλά ἡ βάρδια εἶχε τελειώσει καί τό ἐργοστάσιο ἦταν ἐντελῶς ἄδειο. Καθώς τό κρύο τόν κυρίευε, συνειδητοποίησε ὅτι τό μοιραῖο ἦταν ἀναπόφευκτο.
Ὅταν κάθε ἐλπίδα φαινόταν χαμένη, συνέβη κάτι ἀπροσδόκητο...
Ἡ πόρτα ἄνοιξε καί ὁ φύλακας τοῦ ἐργοστασίου τόν ἔβγαλε ἔξω τήν τελευταία στιγμή, σώζοντάς τον ἀπό βέβαιο θάνατο.
Τήν ἑπόμενη μέρα, ὁ διευθυντής, σοκαρισμένος ἀπό αὐτό πού εἶχε συμβεῖ, ρώτησε τόν φρουρό:
—Πῶς ἤξερες ὅτι ἦταν μέσα καί δέν εἶχε φύγει μέ τούς ἄλλους;
Ὁ φύλακας ἀπάντησε μέ ἁπλότητα ἀλλά μέ βαθύ νόημα:
—Ἀπό ὅλους τούς ἐργάτες, ἦταν ὁ μόνος πού μέ χαιρετοῦσε κάθε μέρα. Πάντα μοῦ χαμογελοῦσε καί μέ ρωτοῦσε πῶς τά πάω. Ἐκεῖνο τό βράδυ παρατήρησα τήν ἀπουσία του. Δέν εἶχα ἀκούσει τή φωνή του οὔτε τό χαμόγελό του. Ἤξερα ὅτι κάτι δέν πήγαινε καλά, ὁπότε τόν ἔψαξα καί τόν βρῆκα.
Τό χαμόγελο δέν μᾶς κοστίζει τίποτα ἀλλά ἀνοίγει πόρτες καί καρδιές. Στή συγκεκριμένη περίπτωσι κυριολεκτικά ἄνοιξε τήν πόρτα τοῦ ψυγείου. Μιά μικρή πράξι καλοσύνης ἔκανε τή διαφορά μεταξύ ζωῆς καί θανάτου...»(ΣΑ, 159).
<>
«Εἶπε ὁ ἀββάς Παφνούτιος, ὅτι, περνώντας ἀπό δρόμο, μοῦ συνέβη νά ξεστρατίσω καί νά βρεθῶ κοντά σέ κεφαλοχώρι. Καί εἶδα κάποιους νά ἔχουν σμίξει αἰσχρά μεταξύ τους. Καί στάθηκα, προσευχόμενος καί ἱκετεύοντας γιά τίς ἁμαρτίες μου. Καί νά, ἔρχεται Ἄγγελος ἔχοντας σπαθί καί μοῦ λέει:
—Παφνούτιε, ὅλοι ὅσοι κατακρίνουν τούς ἀδελφούς τους, μ᾽ αὐτό τό σπαθί θά χαθοῦν. Ἐσύ, ὅμως, ἐπειδή δέν κατέκρινες, ἀλλά ταπείνωσες τόν ἑαυτό σου ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, σάν νά εἶχες κάνει ὁ ἴδιος τήν ἁμαρτία, γι᾽αὐτό τό ὄνομά σου ἔχει γραφτῆ στή βίβλο τῶν ζώντων”»(ΣΑ, 175).
«Σέ ἀναλόγιο ἐκκλησίας, μεταξύ ψαλτῶν μέ καλή κατάρτισι, ἦταν καί ἕνας νεαρός μέ πλούσια κόμη. Τά μαλλιά του δεμένα στήν κορυφή τῆς κεφαλῆς, “κοκορίκο” τό λένε ἀστεῖα, φουντωτά, σέ σχῆμα πού παρέπεμπε σέ ἀνθοδέσμη. Ἄλλοτε ἀτάκτως λυμένα, ἁπλωνόταν στούς ὤμους. Ἐμφάνισι; Σάν “ἀναρχοαυτόνομος”. Προκαλοῦσε τά ἐπικριτικά σχόλια τῶν “εὐλαβητικῶν” καί ματαιόσχολων, αὐτῶν πού δέν ἐργάζονται ἀλλά περιεργάζονται τούς ἄλλους, “μηδέν ἐργαζομένους, ἀλλά περιεργαζομένους” (Β´ Θεσ 3, 11), καί ἄλλων προκρίτων “τῶν δοκούντων εἶναί τι”, πού ἔλεγαν: Πῶς τολμᾶ καί ἀνεβαίνει στό ψαλτήρι κι αὐτός; Κι ὅμως αὐτός, φοιτητής ἄριστος, μέ σπουδές στή Βυζαντινή μουσική, μέ καλή φωνή καί γνώσι τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ τυπικοῦ, μετά ἀπό λίγους μῆνες ἐμφανίστηκε “γουλί”. Ἀπό μιά κυρία πού εἶχε ὑποβληθῆ σέ μαστεκτομή, ἔγινε γνωστό, πῶς ἐκεῖνος ὁ νεαρός, ἔτρεφε κόμη, γιά νά δώση τά μαλλιά του στόν σύλλογο “Ἅλμα Ζωῆς” καρκινοπαθῶν, ἐντελῶς, ἐννοεῖται, ἀνιδιοτελῶς καί ἀνωνύμως. Τυχαία τόν συνάντησε ἡ παθοῦσα αὐτή στήν ἐκκλησία. Μετά ἀπό ἕνα χρόνο, ὁ νεαρός μέ πτυχίο πλέον, ἀνέλαβε δεξιός ψάλτης σέ ἐνορία, μετά ἀπό σύστασι φωτισμένου ἐφημερίου... Καί συνέχιζε νά ἀφήνη μακριά μαλλιά γιά νά τά δίνη κρυφίως σέ αὐτούς πού τούς ἔπεφταν τά μαλλιά λόγῳ χημειοθεραπειῶν καί ἐπιπλοκῶν»(ΣΑ, 179).
<>
Ἀναφέρει ὁ Γιάννης Πατσώνης: «Ἀλλοδαπή, πού καθάριζε σκάλες σέ δυό πολυκατοικίες, ὑποβάλλεται σέ χημειοθεραπεῖες. Τή θέσι της παίρνει ἡ εὔπορη διαχειρίστρια, μιά γυναῖκα πού εἶναι ἐξωστρεφής καί βροντόφωνη, πού ἄν καί εἶναι πάνω ἀπό τά ἑξήντα, διατηρεῖται εὐθυτενής καί σβέλτη, ὥστε νά μή χάση ἡ ἀσθενής τή δουλειά της. Καί βέβαια στήν ἀσθενή τῆς δίνουν κανονικά τό μισθό της. Ἀκόμη προσφέρεται καί κρατάει καί τά δυό παιδιά τῆς ἀσθενοῦς, ὅσο καιρό πάει αὐτή στό Νοσοκομεῖο γιά θεραπεῖες. Ἐκτός ἀπ᾽ τή φύλαξι, τά μαθαίνει μουσική καί Γερμανικά, πού εἶναι καί ἡ μητρική της γλώσσα, διότι εἶναι γεννημένη, παιδί μεταναστῶν, στό Μόναχο.
Κάποια, ὅμως, γειτόνισσα, “ἀγαπῶσα τήν κακολογίαν ὅσον καί πᾶσα ἄλλη” πού γράφει ὁ Παπαδιαμάντης, διαλαλεῖ πῶς εἶναι ἀμφιβόλου ἠθικῆς “ζωντοχήρα”, “μπολιασμένη”, διότι συχνά γίνονται συναθροίσεις νεαρῶν καί νεανίδων στό εὐρύχωρο σαλόνι της. Ὅμως, πρόκειται γιά μιά ὁμάδα πού βοηθάει παιδιά αὐτιστικά. Εἶναι ἐθελοντές, πού τά πηγαίνουν σέ διάφορες ἐκδηλώσεις καί ἐκδρομές. Καί ἡ εὔπορη κυρία, ὅπως ἀπεκάλυψε ἕνας μετανάστης, δέν εἶναι καμιά “εὔθυμη χήρα”. Ὁ ἄντρας της εἶναι ἐδῶ καί πολλά χρόνια “ἀποθαμένος”. Ἁπλῶς αὐτή δέν ἤθελε νά δηλώνη τήν κατάστασί της σέ ἀνθρωπάρεσκους καί σέ “γυναικάρια πάντοτε μανθάνοντα καί μηδέποτε εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν δυνάμενα” (Β´ Τιμ 3, 7).
Ἡ καθαρίστρια μέχρι νά ἀναλάβη πλήρως, χρειάστηκε νά ὑποβληθῆ σέ μεταγγίσεις αἵματος, διότι ἔπεφτε ὁ αἱματοκρίτης της. Ἡ κυρία, ἐπειδή ἡ ἴδια δέν μποροῦσε λόγῳ ἡλικίας νά πάη στήν Αἱμοδοσία, ἔστελνε ἐναλλάξ τήν κόρη της καί τόν γαμπρό της, ἀφανῶς.
Ὅταν συνῆλθε ἡ καθαρίστρια, συνέβη ἡ φιλάνθρωπη αὐτή κυρία, νά σπάση τό πόδι της. Καί τότε ἦρθε ἡ σειρά τῆς εὐεργετημένης. Μά καί ἡ ἄλλη δέν σταμάτησε τά μαθήματα πιάνου στά μικρά παιδιά της, διότι ὅπως ἔλεγε:
—Αἴ..., δέν ἔσπασαν καί τά χέρια μου. Ὅσο μπορῶ θά γεμίζω τήν πολυκατοικία μας, μέ νότες ευτυχίας καί ὅσο ζῶ θά τραγουδῶ.
“Ἔγνω Κύριος τούς ὄντας Αὐτοῦ”(Β᾽ Τιμ 2, 19).
Γνωρίζει αὐτούς πού τοῦ ἀνήκουν, καί πού τό κριτήριο στίς σχέσεις τους εἶναι ἡ ἀνυπόκριτη Ἀγάπη»(ΣΑ, 180).
<>
«Ζοῦσε στά Κατουνάκια μόνος του ἕνας ἡλικιωμένος μοναχός, ὁ Γερο-Ραφαήλ. Ἦταν ἁπλός, ἀπονήρευτος, ἀγαθός ἄνθρωπος. Τό κελλί του ἦταν κοντά στόν ὅσιο Ἐφραίμ τόν Κατουνακιώτη. Εἶχε πάρει μερικά ἄδεια καλαμαροκούτια καί τά εἶχε κρεμάσει σ᾽ ἕνα ξύλο. Αὐτά ἦταν οἱ... καμπάνες καί τά σήμαντρά του. Ὅταν ἦταν ἡ ὥρα τοῦ ἑσπερινοῦ καί τῶν ἄλλων ἀκολουθιῶν, τά κτυποῦσε, ὅπως κάνουν στά μοναστήρια μέ τίς καμπάνες καί τά σήμαντρα.
Κάποια μέρα, τήν ὥρα ἀκριβῶς πού κτυποῦσε τά “κουτάκια-σήμαντρα”, περνοῦσε ἕνας μοναχός καί τά ἄκουσε. Δέν ἔβαλε καλό λογισμό, ἀλλά εἶπε:
—Μά τί ἔχει αὐτός; Τά ᾽χασε;
Πολύ κοντά ἦταν ὁ ὅσιος Ἐφραίμ ὁ Κατουνακιώτης, ὁ ὁποῖος ἐκείνη τήν ὥρα ἔσκαβε στά πεζούλια. Ἄκουσε τά λόγια τοῦ μοναχοῦ πού κατέκρινε τό Γερο-Ραφαήλ καί ἡ Θεία Χάρι τόν “πληροφόρησε” τί συνέβη. Ἔλεγε ὁ ἴδιος:
—Εἶδα ἐν πνεύματι ὅτι ἡ ψυχή τοῦ ἀδελφοῦ αὐτοῦ ἔπεσε. Καί θαύμασα τήν καταστροφική δύναμι τῆς κατακρίσεως!»(ΣΑ, 181).
<>
Λέει ὁ Μητρ. Ἀργολίδος Νεκτάριος: «Γνωστός ἱερομόναχος μέ πλούσιο ποιμαντικό ἔργο μοῦ διηγοῦνταν ὅτι κάποτε τόν πλησίασε ἕνας πολύ πλούσιος, ἡλικίας 82 ἐτῶν. Σκοπός τῆς ἐπισκέψεως ἦταν νά μάθη γιά τόν ἀντίχριστο, ποῖος εἶναι, πότε θά ᾽ρθη, κλπ.. Τόν ρώτησε τήν ἡλικία του καί γιά τα περιουσιακά του στοιχεῖα. Ὅταν ἄκουσε γιά τα χρήματα τά ὁποῖα διαθέτει, ὁ ἱερομόναχος γιά νά τόν κάνη νά συναισθανθῆ τό μέγεθος τῆς ἁμαρτίας τῆς φιλαργυρίας, δέν του χαρίστηκε. Μέ ἔντονο τρόπο τοῦ φώναξε:
— Ἐσύ εἶσαι ὁ ἀντίχριστος!
Ὁ ἄνθρωπος τα ᾽χασε. Καί ὁ ἱερομόναχος τοῦ ἐξήγησε ὅτι δουλεύει στόν Μαμωνᾶ καί ὄχι στόν Χριστό. Γέρος ἄνθρωπος καί ἦταν προσκολλημένος στό χρῆμα.
— Ἄν θέλης, τοῦ εἶπε, νά σωθῆς, πήγαινε μοίρασε τα πλούτη σου στους φτωχούς κι ἔλα μετά νά συζητήσουμε...»(ΣΑ, 183).
«Ρωτήθηκε ὁ ἀββάς Μιώς ἀπό κάποιον στρατιωτικό, ἄν ὁ Θεός δέχεται μετάνοια. Καί ἐκεῖνος, ἀφοῦ τόν κατήχησε μέ πολλά λόγια, τόν ρωτᾶ:
—Πές μου, ἀγαπητέ. Ἄν σοῦ σχισθῆ ἡ χλαμύδα, τήν πετᾶς;
Λέει:
—Ὄχι. Ἀλλά τή ράβω καί τήν ξαναχρησιμοποιῶ.
Τοῦ λέει τότε ὁ Γέρων:
—Ἄν, λοιπόν, λυπάσαι ἐσύ τό ροῦχο, ὁ Θεός τό πλάσμα Του δέν θά τό λυπηθῆ;»(ΣΑ, 197).
<>
Γράφει ὁ Μητρ. Ἀργολίδος Νεκτάριος: «Στή χώρα μας ἔζησε ἕνας σοφός μοναχός. Μεταξύ αὐτῶν πού εἶχε πεῖ, εἶπε καί αὐτό τό σοφό λόγο:
“Ἄν δέν ἔχης αὐτό τό ὁποῖο ἀγαπᾶς, ἀγάπα αὐτό τό ὁποῖο ἔχεις”»(ΣΑ, 204).
<>
Ἀναφέρει ὁ Μητροπολίτης Χίου Παντελεήμων: «Στίς φυλακές τῆς Αἴγινας μοῦ ἔκανε ἐξαιρετική ἐντύπωσι ἕνας ληστής. Εἶχε κάνει μιά ληστρική πράξι βαρειά μέ θανάτους ἀθώων. Παρακολουθοῦσε πάντα τό κήρυγμα μέ σκυμμένο τό κεφάλι. Ὡστόσο τό πρόσωπό του δέν εἶχε σημεῖα κακούργου. Τουναντίον ἦταν ἤρεμο καί γλυκό. Ἀκτινοβολοῦσε Χριστιανική γαλήνη. Μερικές φορές τόν ἔβλεπα νά σφουγγρίζη κρυφά μερικά δάκρυα. Ἕνα μυστήριο ἦταν γιά μένα ὁ ληστής αὐτός. Μιά μέρα ρώτησα τό διευθυντή τῶν φυλακῶν:
—Παρακολουθῶ ἀπό πολύ καιρό τό ληστή, τόν ἥρωα τῆς στυγερᾶς ληστρικῆς πράξεως. Μοῦ φαίνεται ὅτι κάποιο μυστήριο κρύβεται μέσα του. Ἔχει πολλά χρόνια στίς φυλακές;
Καί ὁ διευθυντής σουφρώνοντας τά χείλη του μοῦ εἶπε:
—Πρό ἕξι ἐτῶν, ἀφότου εἶμαι ἐγώ ἐδῶ, ἦταν ἐδῶ. Καί γιά μένα ἕνα μυστήριο κρύβεται σ᾽ αὐτό τόν κατάδικο. Εἶναι ἀποτραβηγμένος ὁλότελα στόν ἑαυτό του. Ἀπ᾽τήν ἐκκλησία δέν λείπει ποτέ. Παρακολουθῆ τή Θ. Λειτουργία σέ μιά γωνία μέ ἀνέκφραστη συγκίνησι καί κατάνυξι. Σπάνια μιλάει, πάντοτε δέ γιά τή ματαιότητα τῶν ἀνθρωπίνων καί γιά τή μέλλουσα ζωή. Ἡ ἐπίδρασί του στούς ἄλλους κρατούμενους εἶναι καταπληκτική. Ἦταν καταδικασμένος σέ θάνατο. Ὁ προκάτοχός μου ἀνέφερε τά τῆς ἐξαιρετικῆς συμπεριφορᾶς τοῦ καταδίκου αὐτοῦ καί τῆς σωτηρίου ἐπιδράσεώς του στούς συγκρατούμενους του στό Ὑπουργεῖο, ἐκεῖνο δέ κατόπιν αὐτοῦ μετέτρεψε τήν ποινή του σέ ἰσόβια δεσμά. Κατόπιν ἐνεργειῶν μου ὁμοίως πρίν λίγο μετριάστηκε ἡ ποινή του σέ 20 χρόνια εἱρκτή. Ὀπωσδήποτε πιστεύω κι ἐγώ ὅτι ἕνα μυστήριο κρύβεται στόν ἄνθρωπο αὐτό.
Πέρασε καιρός ἀπό τότε. Ὁ ληστής ἐνεπνεύσθη ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη σέ μένα καί μιά μέρα ζήτησε νά μέ δῆ ἰδιαιτέρως. Ἀληθινή ἀποκάλυψι.
—Ἀκοῦστε μέ ψυχραιμία ὅ,τι θά σᾶς πῶ, μοῦ εἶπε. Ἀποτελεῖ ἐξομολόγησι. Πρίν πεθάνω δέν θά ἀνακοινώσετε σέ κανέναν τίποτε. Μετά τό θάνατό μου μέ πολλή λεπτότητα θά χειρισθῆτε τήν ὑπόθεσι. Δέν θά φανερώσετε τό ὄνομα τοῦ ληστοῦ, οὔτε τό δικό μου. Λοιπόν, δέν εἶμαι ἐγώ ὁ ἥρωας τῆς φρικτῆς ληστείας. Δέχομαι ὅμως, μέ εὐγνωμοσύνη πρός τό Θεό τήν εὐλογία, ἡ ὁποία μοῦ δόθηκε. Γνωρίζω τόν πραγματικό ἐργάτη τῆς ληστείας.
Ἦταν τότε πατέρας 7 μικρῶν παιδιῶν. Δέν μποροῦσε νά τά θρέψη. Θόλωσε τό μυαλό του σέ μιά δύσκολη στιγμή καί ὁ σατανᾶς τόν ὤθησε στό τρομερό ἔγκλημα. Εἶχα ὅλη τή δύναμι νά ἀποδείξω τήν ἀλήθεια. Σκέφτηκα, ὅμως, ὅτι ἔχει 7 μικρά παιδιά. Εἶδα τόν Κύριό μας νά σταυρώνεται γιά τόν ἁμαρτωλό ἄνθρωπο καί εἶπα: “Νά μιά εὐκαιρία νά μοιάσω κι ἐγώ στόν Κύριό μου. Ἐγώ κανέναν δέν ἔχω στόν κόσμο. Τί εὐτυχία γιά μένα νά ὑποστῶ τό θάνατο γιά νά σωθῆ ἕνας οἰκογενειάρχης, πού ἔφθασε σέ ἕνα τέτοιο σημεῖο ἀπό ἀγάπη πρός τά παιδιά του;...
Καί ἐξακολουθοῦσε νά μοῦ ἐξιστορεῖ ὅλη τήν ὑπόθεσι μέ κάθε λεπτομέρεια καί μέ ὀνόματα. Ἕνα ἀλλιώτικο συναίσθημα πλημμύρισε τήν ψυχή μου. Μοῦ ἐρχόταν νά γονατίσω μπροστά του καί νά ἐκφράσω τό θαυμασμό μου καί τήν εὐλάβειά μου. Σύμφωνα μέ ὁδηγίες του διεπίστωσα ἀπολύτως τήν ἀλήθεια. Ὁ ἴδιος ὁ πραγματικός ἥρωας τοῦ ἐγκλήματός μου τά ὁμολόγησε ὅλα. Τόν βρῆκα ἕνα σωστό σύντριμμα. Ἡ αὐτοθυσία τοῦ μεγάλου Χριστιανοῦ ἥρωα τόν εἶχε πραγματικά ἐξαϋλώσει.
—Αἰσθάνομαι τήν ἀνάγκη νά παρουσιασθῶ στόν ἁρμόδιο εἰσαγγελέα καί νά φωνάξω ὅτι ἐγώ εἶμαι ὁ κακοῦργος καί νά παραδώσω στό θαυμασμό τοῦ κόσμου τόν ἅγιο αὐτό ἄνθρωπο. Μά ὁ ἴδιος μοῦ τό ζήτησε χάρι νά μήν τό κάνω. “Μή μοῦ κάνεις αὐτό τό κακό”, μοῦ ἔλεγε. “Βλέπεις ὅτι ὁ Θεός δέν ἄφησε νά θανατωθῶ. Ἄφησε μου αὐτή τήν εὐτυχία νά μοιάσω στό Χριστό. Ἔπειτα συλλογίσου τά παιδιά σου. Ἔχεις κόρες. Θά βάλεις στά μέτωπά τους ἕνα τρομερό στίγμα...”. Ὅλο τέτοια λόγια μοῦ ἔλεγε καί μέ συγκρατοῦσε...
Σέ λίγα χρόνια δόθηκε χάρι στόν ἄνθρωπο αὐτό. Δέν τόν εἶδα ἀφότου ἔφυγε ἀπ᾽τίς φυλακές. Ἔλαβα μόνο ἕνα γράμμα του ἀπό ἄγνωστο μέρος. Μοῦ ἔγραφε ὅτι ἀσκητεύει σέ μιά ἔρημο καί μέ παρακαλοῦσε νά προσεύχωμαι γι᾽ αὐτόν»(ΣΑ, 208).
<>
Κώστας Βάρναλης:
«Θεριά οἱ ἄνθρωποι, δέν μποροῦν τό φῶς νά τό σηκώσουν...
Χίλιες φορές νά γεννηθῆς, τόσες θά σε σταυρώσουν»(ΣΑ, 211).
<>
Jonathan Swift: «Ἡ συκοφαντία συνήθως χτυπάει τούς ἄξιους ἀνθρώπους, ὅπως τά σκουλήκια ρίχνονται ἐπάνω στά καλύτερα φροῦτα»(ΣΑ, 211).
«Ὁ κατήγορος ἀρρώστησε ἀπό καρκίνο. Νά παιδεύεται μῆνες, νά παρακαλάη νά πεθάνη, ἀλλά μάταια. Ζήτησε ἐπανειλημμένα νά τοῦ πᾶνε τόν συκοφαντημένο Ἐπίσκοπο. Ὅμως, ὑπῆρχε ἕνα πρόβλημα. Ὁ Ἐπίσκοπος, γέροντας πιά, εἶχε ἄνοια. Δέν καταλάβαινε τίποτε. Τελικά ἔπεισαν τούς συγγενεῖς καί τόν μετέφεραν στό νοσοκομεῖο. Τοῦ φόρεσαν τό πετραχήλι καί τό ὠμοφόρο καί ἐκείνη τήν ὥρα, ὦ τοῦ θαύματος, ὁ Ἐπίσκοπος συνῆλθε, διάβασε τήν εὐχή, καί ἐπανῆλθε στήν πρότερη κατάστασι. Ὁ ἀσθενής λίγο μετά ξεψύχησε.
“Ὅσο ἐσύ προσεύχεσαι μέ τήν ψυχή σου γιά χάρι ἐκείνου πού σέ συκόφαντησε, τόσο καί ὁ Θεός πείθει γιά τήν ἀθωότητά σου ὅσους σκανδαλίστηκαν λόγῳ τῆς συκοφαντίας” (Ἅγ. Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής)»(ΣΑ, 219).
<>
«Ὅταν ἤμουν στήν Κέρκυρα, εἶχα ἀκούσει πολλά περιστατικά γιά τόν ἀείμνηστο Πατριάρχη Ἀθηναγόρα, ὁ ὁποῖος εἶχε διατελέσει γιά δέκα χρόνια Μητροπολίτης Κέρκυρας. Ἕνα ἀπ᾽ αὐτά ἦταν καί τό ἀκόλουθο, πού μοῦ τό ἐπιβεβαίωσε καί ὁ μακαριστός Κέρκυρας Πολύκαρπος.
Σέ κάποια συνοικία λειτουργοῦσε ἕνας οἶκος ἀνοχῆς. Μία μέρα βλέπουν τόν Ἀθηναγόρα νά μπαίνη στό πορνεῖο. Ἔγινε μεγάλο σούσουρο. Μαζεύτηκε κόσμος καί ὅλοι ἔλεγαν “ὁ δεσπότης στό πορνεῖο”. Ἄλλοι σχολίαζαν, κατηγοροῦσαν, ἄλλοι εἰρωνεύονταν, ἄλλοι χασκογελοῦσαν. Κάποια στιγμή ἀνοίγει ἡ πόρτα καί προβάλλει ἡ μεγαλοπρεπής μορφή τοῦ Ἀθηναγόρα. Τά ᾽χασαν ὅλοι. Ἐκεῖνος ἀτάραχος, μέ δυνατή φωνή εἶπε:
—Σήμερα τοῦτο τό σπίτι κλείνει!
Χωρίς προειδοποίησι, πῆγε καί συζήτησε μέ τήν ταλαίπωρη γυναῖκα καί τήν ἔφερε σέ μετάνοια.
Ἀπ᾽ ὅ,τι ἔλεγαν τό ἴδιο εἶχε κάνει καί σέ ἄλλες παρόμοιες περιπτώσεις.
Ὁ ποιμήν ὁ καλός πού ἀφήνει τά 99 πρόβατα γιά νά βρῆ τό ἑκατοστό, τό ἀπολωλός»(ΣΑ, 222).
<>
«Εἶχαν περάσει 2-3 χρόνια, βρισκόμαστε πλέον σέ ἄλλο σπίτι, σέ ἄλλη γειτονιά καί τότε συνέβη κάτι πού δέν μπορῶ νά τό ἐξηγήσω. Τό Μαρούσι τότε, ὅπως σημείωσα, εἶχε πολλές ἀλάνες, χωράφια, δέντρα ἐλαιῶνες, λαχανόκηπους, ἀκόμη καί κοπάδια (περίπου στίς ἀρχές τῆς δεκαετίας τοῦ 1960). Κι ἐμεῖς παιδιά τότε, ζούσαμε μέσα στή φύσι, μέ αὐτοσχέδια παιχνίδια, πέρα ἀπό τά γνωστά. Πολλές φορές, ὅμως, τά παιχνίδια ἦταν κι ἐπικίνδυνα. Σ᾽ ἕνα τέτοιο παιχνίδι βρέθηκε καί ὁ ἀδελφός μου Δημήτρης. Κινδύνεψε πραγματικά ἡ ζωή του. Τρόμαξε καί αὐτός καί ὁ φίλος του, ἀλλά μετά τό σόκ, τό ξέχασαν. Ὅταν γύρισε σπίτι, δέν τό εἶπε σέ κανέναν. Τήν ἄλλη μέρα τό πρωΐ ἦλθε στό σπίτι μας ἡ κυρά Σοφούλα. Πρώτη φορά συνέβη αὐτό καί μᾶς ἔκανε ἐντύπωσι. Ζήτησε τό Δημήτρη. Ἡ μάνα μας τῆς εἶπε:
— Ὁ Δημήτρης εἶναι σχολεῖο, ὅμως πέρασε μέσα, κυρά Σοφούλα, νά σε δοῦμε λίγο.
— Ὄχι, δέν πειράζει. Ὅμως, θέλω νά τοῦ πῆς ὅτι σήμερα τό βράδυ εἶδα στόν ὕπνο μου τόν Ἅγ. Δημήτριο καί μοῦ εἶπε τά ἑξῆς: “Νά πᾶς στόν Δημητράκη καί νά τοῦ πῆς νά ἔρθη νά μοῦ ἀνάψη ἕνα κερί στήν ἐκκλησία μου, διότι χτές τόν ἔσωσα τήν τελευταία στιγμή ἀπό βέβαιο θάνατο.
Χαιρέτησε κι ἔφυγε. Ὅταν τό μεσημέρι μαζευτήκαμε, ἡ μάνα μας μᾶς εἶπε τό περιστατικό καί βέβαια ὁ Δημήτρης μᾶς διηγήθηκε τί συνέβη. Τότε κατάλαβε κι αὐτός κι ὅλοι μας, ὅτι οἱ... Ἅγιοι φυλᾶνε βάρδιες»(ΣΑ, 226).
<>
Θυμᾶται ὁ Μητρ. Ἀργολίδος Νεκτάριος: «Περπατούσαμε στίς Σπέτσες μέ τόν ἀείμνηστο θεολόγο Ἀ. Βάμβα, ἕνα ὑπέροχο ἄνθρωπο. Ἐκτιμοῦσε πολύ τούς ἁπλούς ἀνθρώπους, πού ὅμως εἶχαν μιά βαθειά βιωματική πίστι. Στό δρόμο συναντήσαμε μιά μικροκαμωμένη γιαγιά. Τῆς μίλησε ἐγκάρδια κι ἔπειτα τῆς εἶπε:
—Ἔλα πές, κυρά Πελαγία..., μία εὐχή γιά τά παιδιά.
Ἦταν οἱ μέρες τῆς Πεντηκοστῆς. Εἶναι μιά ἑορτή πού δέν συνηθίζεται νά λέγεται κάποια εὐχή, ὅπως καλά Χριστούγεννα, καλό Πάσχα κλπ.. Ἡ ἁπλή αὐτή γυναῖκα εἶχε βρεῖ εἰδική εὐχή.
—Τί νά πῶ, κύρ Ἀλέξανδρε; Νά, τό Ἅγ. Πνεῦμα στήν κοιλιά σας.
Ἀπορήσαμε. Ὁ Βάμβας κούνησε τό κεφάλι καί μᾶς ἑρμήνευσε τοῦτα τά λόγια.
—“Ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, καθώς εἶπεν ἡ γραφή, ποταμοί ἐκ τῆς κοιλίας αὐτοῦ ρεύσουσιν ὕδατος ζῶντος. Τοῦτο δέ εἶπε περί τοῦ Πνεύματος οὗ ἔμελλον λαμβάνειν οἱ πιστεύοντες εἰς αὐτόν”.
Βλέπετε, μιά ἀγράμματη γιαγιά μᾶς βάζει γυαλιά σέ μᾶς τούς πτυχιούχους θεολόγους!»(ΣΑ, 233).
<>
Ἀναφέρει ὁ π. Ἠλίας Μαστρογιαννόπουλος: «Κάποτε ἤμουν στήν ἐκκλησία ἑνός χωριοῦ. Ἔκανα ἕνα μικρό κήρυγμα καί ὁ ἱερέας τελείωσε τή λειτουργία. Μετά τό “Δι᾽ εὐχῶν” κοινώνησα καί στή συνέχεια χαιρέτησα ἕναν γέρο ἱερέα, συνταξιοῦχο, πού ἦταν δίπλα μου. Ἐκεῖνος ἔσκυψε νά μοῦ φιλήση τό χέρι. Ἐγώ τοῦ λέω:
—Ἐσύ, Γέροντα, μοῦ φιλᾶς τό χέρι;
Μοῦ ἀπαντᾶ:
—Δέν φιλῶ ἐσένα, ἀλλά Ἐκεῖνον Τόν ὁποῖο πῆρες μέσα σου!
Θαύμασα τά λόγια του. Ἴσως ἔνιωθε πιό πολύ ἀπό μένα τή Θ. Κοινωνία!»(ΣΑ, 234).
<>
«Το καλοκαίρι πού εἶχα μείνει λίγο διάστημα μαζί της [μέ τήν κυρά Μαρία], ἦταν στενοχωρημένη. Εἶχε φυτέψει λίγα ζαρζαβατικά. Νερό πολύ δέν ὑπῆρχε. Περίμενε νά βρέξη, ἀλλά τίποτε. Ὅλα πήγαιναν νά ξεραθοῦν. Ἕνα πρωϊνό, ἑτοίμασε κεριά, καρβουνάκια, λιβάνια, ἕνα μπουκάλι λάδι καί ξεκίνησε νά πάει σ᾽ἕνα ὕψωμα ὅπου ἦταν χτισμένο ἕνα ἐκκλησάκι τοῦ Προφήτη Ἠλία.
—Πάω νά τόν παρακαλέσω νά ρίξη λίγη βροχή, μοῦ εἶπε. Ὁ Προφήτης Ἠλίας εἶναι γιά τή βροχή!
Ἔφυγε. Περπάτησε καμμιά ὥρα. Μπῆκε στό ἐκκλησάκι, ἄναψε τά καντήλια, θύμιασε, διάβασε παρακλήσεις, ἔκανε κομποσχοίνι καί πῆρε τό δρόμο τῆς ἐπιστροφῆς. Ὁ οὐρανός ἦταν πεντακάθαρος. Λίγο πρίν φτάση στό σπίτι συννέφιασε ξαφνικά καί ἄρχισε νά βρέχη. Ἦταν ὄχι πολύ. Ἴσα-ἴσα πού πότισε λίγο τόν κῆπο της. Χάρηκε γιά τήν ἄμεση ἀνταπόκρισι τοῦ Προφήτη Ἠλία. Τήν ἄκουσα νά λέει:
—Ἅγιέ μου Ἠλία, σ᾽εὐχαριστῶ ἔστω καί γι᾽ αὐτό τό λίγο. Μοῦ ἔδωσες κατά τήν πίστι μου. Λίγη πίστι εἶχα, λίγο νερό μοῦ ἔδωσες.
Τήν ἄκουγα μέ ἀνοιχτό στόμα. Μιά ἁπλή γυναῖκα, ἀγράμματη, πού μέ τήν ἄδολη πίστι της καί γιά χάρι της “ὁ οὐρανός ὑετόν ἔδωκε...”(Ἰακ 5, 18)»(ΣΑ, 235).
<>
«Ἡ μικρή Ἑλένη πηγαίνει στήν Ε´ Δημοτικοῦ. Συχνά ἔρχεται ἀντιμέτωπη μέ τή δασκάλα της, πού μέ πλάγιο τρόπο ὑπονομεύει εὐκαίρως ἀκαίρως τήν Ὀρθόδοξη Πίστι στίς ψυχές τῶν παιδιῶν. Ἡ Ἑλένη πάντα ἑτοιμόλογη καί μέ ἐκπληκτική ὡριμότητα, ξέρει νά βάζη τή δασκάλα στή θέσι της. Τελευταῖα ἡ δασκάλα βρῆκε ἕναν ἄλλο τρόπο νά περνάη τίς θέσεις της. Μεταξύ τῶν μαθητῶν της ἔχει καί τό γυιό της, ὁ ὁποῖος δασκαλεμένος ἀπ᾽ τή μητέρα του, μιλάει περιφρονητικά γιά τήν Ἐκκλησία. Ἔτσι κάποια μέρα τήν ὥρα τῶν Θρησκευτικῶν, ὁ μικρός ἄρχισε τό “ποίημα”.
—Οἱ χριστιανοί πού προσκυνοῦν τίς εἰκόνες εἶναι εἰδωλολάτρες. Προσκυνοῦν τά ξύλα καί τίς μπογιές. Εἶχαν δίκαιο οἱ εἰκονομάχοι αὐτοκράτορες...
Ἡ μητέρα του τόν καμάρωνε. Εἶχε μάθει πολύ καλά τό “μάθημα”. Ἡ μικρή Ἑλένη σήκωσε τό χέρι. Μέ μιά ἐκπληκτική ἄνεσι, λές καί εἶχε διαβάσει τόν Ἅγ. Ἰωάννη τό Δαμασκηνό, σηκώθηκε καί εἶπε:
—Κυρία, ὁ συμμαθητής μου δέν ἔχει δίκαιο. Ἐμεῖς δέν λατρεύουμε τίς εἰκόνες. Τιμοῦμε καί ἀσπαζόμαστε τόν Ἅγιο. Βλέπουμε τήν εἰκόνα του καί τό μυαλό μας πηγαίνει στόν Ἅγιο. Ἄν ἦταν ἔτσι ὅπως τά λέει ὁ συμμαθητής μου, τότε θά προσκυνούσαμε τίς μπογιές καί τά ξύλα μόνα τους. Δέν ἦταν ἀνάγκη νά τά ζωγραφίζουμε!
Κεραυνός γιά τή δασκάλα. Ἄκουσε μέ τόσο ἁπλές κουβέντες τήν θεολογία τῆς Ἐκκλησίας. “Ἡ γάρ τοῦ προσώπου τιμή ἐπί τό πρωτότυπον διαβαίνει”.
Ἀπό κείνη τήν ἡμέρα ἔγινε πιό προσεκτική. “Πράγματι, τά μωρά τοῦ κόσμου ἐξελέξατο ὁ Θεός, ἵνα τούς σοφούς καταισχύνῃ”»(ΣΑ, 240).
<>
«Τό περιστατικό συνέβη σέ ἐπαρχιακή πόλι. Ὁ ἀγώνας σέ κρίσιμο σημεῖο. Ἡ ὁμάδα χάνει, τά λεπτά κυλοῦν. Ἡ μπάλλα βγαίνει “out”. Καί ὁ καθορισμένος μικρός τρέχει νά τήν πιάση. Ὁ τερματοφύλακας περιμένει μέ ἀδημονία. Ὁ μικρός ἔχει πιάσει τή μπάλλα καί τρέχει πίσω. Ἐκείνη τή στιγμή χτυπάει ἡ καμπάνα τῆς διπλανῆς ἐκκλησίας γιά τόν Ἑσπερινό. Ὁ μικρός σταματάει αὐτόματα. Ἀφήνει τήν μπάλλα κάτω, κάνει τό σημεῖο τοῦ σταυροῦ τρεῖς φορές καί μετά συνεχίζει τήν ἀποστολή του. Ἔκθαμβοι οἱ φίλαθλοι καί οἱ παῖκτες, ξέχασαν τήν ἀγωνία τους καί χειροκρότησαν θερμά τόν πιτσιρίκο, πού ἔδωσε μιά πρωτότυπη μαρτυρία πίστεως»(ΣΑ, 242).
<>
«Ἡ Χριστίνα Μ. ἦταν ἕνα ἀπό τά πνευματικά παιδιά τοῦ π. Ἀθανασίου Χαμακιώτη καί τῆς εἶχε συμπαρασταθῆ σέ πολύ δύσκολες στιγμές. Τό περιστατικό πού ἀκολουθεῖ δέν διαφέρει καί πολύ ἀπό τό περιστατικό μέ τά σταφύλια. Μόνον πού ἐδῶ ἔγινε μέ δυό φέτες ἄσπρο ψωμί.
Ἦταν ὁ ἐφιαλτικός χειμώνας τοῦ 1942. Ὁ κόσμος πέθαινε στούς δρόμους ἀπό τήν πείνα καί τίς ἀρρώστιες. Ἡ Χριστίνα Μ. ἄρρωστη καί ἐξαντλημένη, ἔπνεε τά λοίσθια. Καταλάβαινε ὅτι πλησιάζει τό τέλος της καί ἔλεγε στούς δικούς της νά ἑτοιμάσουν τό σάβανό της. Ἡ μόνη παρηγοριά της ἦταν ἕνα μικρό Εὐαγγέλιο μέ χοντρό σκοῦρο ἐξώφυλλο. Διάβαζε λίγο, ζαλιζόταν καί τό ἄφηνε δίπλα στό μαξιλάρι της. Πάνω στή ζαλάδα της γύρισε καί τό εἶδε. Τῆς φάνηκε σάν ψωμί. Καί μονολόγησε.
—Ἄχ, Χριστέ μου, νά εἶχα λίγο ἄσπρο ψωμάκι!
Ὅσοι ἦσαν στό δωμάτιο χαμογέλασαν. Τότε ὄχι ψωμί δέν ὑπῆρχε, ἀλλά ἔδιναν μέ δελτίο δώδεκα γραμμάρια λούπινα καί εἶχαν πάνω ἀπό δέκα μέρες νά μοιράσουν καί αὐτή τήν εὐτελή τροφή.
Καί ἡ Χ. σκεφτόταν:
“Πειρασμός εἶναι... οὐκ ἐπ᾽ ἄρτῳ μόνῳ ζήσεται ἄνθρωπος”.
Ἔξω τά πάντα εἶχαν καλυφθεῖ ἀπό χιόνι. Οἱ Μαρουσιῶτες δέν θυμοῦνται ποτέ ἄλλοτε τόσο χιόνι. Ξεπερνοῦσε τό μισό μέτρο. Καί τό κρύο ἦταν τσουχτερό. Ὅλα εἶχαν νεκρώσει. Ὁ π. Ἀθανάσιος βρισκόταν στήν ἄλλη ἄκρη τῆς πόλεως κάπου στήν Πεύκη, ὅπου ἔκανε ἁγιασμό σ᾽ ἕνα σπίτι. Οἱ ἄνθρωποι τοῦ σπιτιοῦ, ἀντί γιά χρήματα, τοῦ πρόσφεραν δυό κομμάτια ἄσπρο ψωμί. Ἦταν ὅ,τι καλύτερο μποροῦσαν νά δώσουν. Ὅμως, ὁ Γέροντας δέν τό κράτησε, οὔτε ἔβαλε μπουκιά στό στόμα του. Ἀναλογίστηκε τά πνευματικά του παιδιά. Θυμήθηκε δυό πού εἶχαν τή μεγαλύτερη ἀνάγκη. Τό ἕνα ἦταν ἡ Χ. Μ.. Ξεκίνησε γιά τό σπίτι της. Ὁ δρόμος μακρύς καί μέ τόσο χιόνι ἐξαιρετικά δύσκολος. Ἀλλά “ἡ ἀγάπη οὐ ζητεῖ τά ἑαυτῆς”, δέν λογαριάζει τίποτε. Ποιος ξέρει πόση ὥρα, ἤ μᾶλλον ὧρες περπατοῦσε ὁ Γέροντας μέσα στά χιόνια. Ἔφτασε στό σπίτι τῆς Χ. Μ. καί πῆγε κατευθεῖαν στό δωμάτιο τῆς ἀρρώστης πού λαχτάρησε λίγο ἄσπρο ψωμί!
—Τί κάνεις, παιδί;
—Δέν μπορῶ, πάτερ μου, δέν εἶμαι καλά.
Ὁ Γέροντας ἔβγαλε ἀπό τόν κόρφο του τό ἕνα κομμάτι ἀπό ἄσπρο ψωμί.
—Παιδί, πῆγα καί ἔκανα ἁγιασμό σ᾽ ἕνα σπίτι, μοῦ ἔδωσαν λίγο ψωμί καί σοῦ τό ἔφερα!
Ἡ ἄρρωστη ἔμεινε ἄναυδη. Ἄρχισε νά κλαίη καί τοῦ διηγήθηκε τόν “πειρασμό”. Ὁ Γέροντας χαμογέλασε ἱκανοποιημένος.
—Εἶδες, παιδί, πόσο μᾶς ἀγαπάει ὁ Θεός;
Ὁ Γέροντας κάθισε, τῆς εἶπε λόγους παρηγοριᾶς. Τήν εὐλόγησε. Ἡ ἑτοιμοθάνατη σιγά σιγά συνῆλθε, ἐπέζησε καί διηγεῖται μέ δάκρυα μέχρι σήμερα τό περιστατικό αὐτό.
Ὁ π. Ἀθανάσιος, ὅμως, δέν τέλειωσε τήν ἀποστολή του. Συνέχισε μέσα στά χιόνια τήν πορεία του. Εἶχε ἀκόμη καί τό ἄλλο κομμάτι ψωμιοῦ. Μια ἀκόμη φτωχή νέα κοπέλα, ἄρρωστη ἀπό ἀδενοπάθεια, πεινοῦσε καί ὑπέφερε. Ὁ Γέροντας ἔφτασε καί σ᾽ αὐτό τό σπίτι. Πρόσφερε τό ψωμί, παρηγόρησε τήν ἄρρωστη κι ἔφυγε. Κατάκοπος, βρεγμένος, παγωμένος, πεινασμένος ἔφτασε στή Νερατζιώτισσα. Ὁ μακρύς δρόμος τῆς θυσιαστικῆς ἀγάπης γιά ἐκείνη τήν ἡμέρα τελείωσε»(ΣΑ, 252).
<>
Ἀναφέρει ὁ Γ. Δ. Κούβελας: «Ἡ Πανωραία Χατζηκώστα-Ἀϊβαλιώτη, ὑπῆρχε μιά περήφανη ἀρχόντισσα ἀπ᾽ τή Μ. Ἀσία. Προφανῶς τό ὄνομά της δέν θυμίζει τίποτα. Ἔχει μείνει γνωστή μέ τό προσωνύμιό της: “Ψαροκώσταινα” ἤ “Ψωροκώσταινα”...
Οἱ Τοῦρκοι τό 1821 κατέστρεψαν τίς Κυδωνίες, ὅπου ζοῦσε ἡ οἰκογένειά της. Τότε, ἔχασε τόν ἄντρα της, τόν Κώστα Ἀϊβαλιώτη, καί τα παιδιά της. Δυστυχισμένη καί παντέρημη κατέφυγε πρόσφυγας στά Ψαρά. Ἀπό ἐκεῖ, πῆγε στό Ναύπλιο κι έγινε γνωστή ὡς ἡ γυναῖκα τοῦ Κώστα ἀπ᾽ τά Ψαρά ἡ Ψαροκώσταινα. Γιά νά συντηρηθῆ στή ζωή, ἔγινε πλύστρα, κάνοντας εὐκαιριακές δουλειές. Παρά τόν πόνο πού κουβαλοῦσε μέσα της ἀπό τό χαμό τῶν ἀγαπημένων της, παρέμεινε ἀρχόντισσα στήν ψυχή καί τα αἰσθήματα, καλή Χριστιανή καί ἀληθινή πατριώτισσα. Αὐτό τό ἔδειξε καί στήν περίπτωσι που ζητήθηκε τό 1826 ἀπ᾽ τούς Ἕλληνες νά ἐνισχύσουν τούς πολιορκημένους στό Μεσολόγγι. Ἡ Πανωραία Χατζηκώστα-Ἀϊβαλιώτη, πού τήν ἀποκαλοῦσαν τότε “Ψαροκώσταινα”, πῆγε πρώτη καί πρόσφερε ὅ,τι εἶχε κερδίσει, πλένοντας καί καθαρίζοντας τα σπίτια τῶν ἀρχόντων τοῦ Ναυπλίου. Εἶπε στήν ἐπιτροπή: “Δέν ἔχω τίποτε ἄλλο ἀπό αὐτό τό ἀσημένιο δαχτυλίδι καί αὐτό τό γρόσι. Αὐτά τά ἔχω γιά νά προσφέρω στό μαρτυρικό Μεσολόγγι”. Ἡ χειρονομία της αὐτή τάραξε τίς συνειδήσεις πολλῶν. Φιλοτιμήθηκαν τότε οἱ εὔποροι Ναυπλιῶτες καί στήριξαν τήν προσπάθεια νά βοηθηθῆ τό Μεσολόγγι. Μια φτωχή πλύστρα, ἡ ἄλλοτε ἀρχόντισσα τῶν Κυδωνιῶν, ἔδωσε παράδειγμα γενναιοδωρίας στήν ἀγωνιζόμενη πατρίδα. Ἀλλά, ἡ Ψαροκώσταινα δέν περιορίστηκε σ᾽ αὐτή τήν προσφορά. Ἀργότερα, ὅταν ὁ Καποδίστριας ἵδρυσε στήν Αἴγινα ὀρφανοτροφεῖο γιά τα παιδιά τοῦ Ἀγῶνα, πῆγε ἐκεῖ κι ἔπλενε τα ροῦχα τους μέχρι τό τέλος τῆς ζωῆς της.
Αὐτή ὑπῆρξε ἡ ἄλλοτε ἀρχόντισσα Πανωραία Χατζηκώστα-Ἀϊβαλιώτη, ἡ ὁποία ἔμεινε γνωστή ὡς Ψαροκώσταινα καί εἰρωνικά Ψωροκώσταινα, μέ τήν ἔννοια τῆς φτώχειας καί τῆς δυστυχίας. “Γιά ὅλους ἐμᾶς τούς σύγχρονους καί δῆθεν πολιτισμένους συνεχιστές ἐκείνων τῶν ἀνθρώπων, ἐπιλέγει ἡ Καθηγήτρια κ. Μάρω Σιδέρη, τό προσωνύμιο τῆς Ἀϊβαλιώτη ἔγινε εἰρωνεία. Καί ὅμως μακάρι νά γίνουμε σαν τήν Ψωροκώσταινα: μια χώρα ἀπό ἀξιοπρεπεῖς ἀνθρώπους, που ἀκόμα καί στή δυστυχία μας στηρίζουμε τό διπλανό μας μέ ὅλες τίς μικρές μας δυνάμεις. Το πρόβλημα δέν εἶναι ὅτι εἴμαστε ‘Ψωροκώσταινα’ ἀλλά ὅτι δέν εἴμαστε σαν ἐκείνη τή ζητιάνα ἀρχόντισσα. Κι ὄχι μόνο δέν εἴμαστε, ἀλλά ἔχουμε καί τό θράσος νά εἰρωνευόμαστε χρησιμοποιώντας τό ὄνομά της καί νά μήν ἀντιλαμβανόμαστε πῶς το νά εἶσαι ‘Ψωροκώσταινα’, δέν ἀποτελεῖ ὕβρη, ἀλλά τίτλο ὑψίστης τιμῆς’”»(ΣΑ, 258).
<>
«Ἱερέας ἁπλός καί ἀφανής ἀσχολεῖται καί μέ τήν ἁλιεία. Τουλάχιστον 2-3 φορές τήν ἑβδομάδα πηγαίνει μέ τή βάρκα του καί ψαρεύει. Ὄχι, ὅμως, γιά νά τά πουλήση. Ὅ,τι ψάρια πιάνει, τά διαλέγει, τά τοποθετεῖ σέ σακοῦλες καί τά μοιράζει σέ φτωχές οἰκογένειες»(ΣΑ, 260).
<>
Ἀναφέρει ὁ Μητρ. Ἀργολίδος Νεκτάριος: «Μιά μικροκαμωμένη ἦταν ἡ κυρά Μαρία πού γνώρισα στή Θήβα. Τό πρόσωπό της ἔλαμπε ἀπό καλοσύνη. Κάθε Σάββατο βράδυ ἐρχόταν στό Κέντρο Νεότητας κατά τή διάρκεια τῆς συναντήσεως, χτυποῦσε διακριτικά τήν πόρτα, ζητοῦσε χίλιες συγγνῶμες καί μοῦ ἄφηνε ἕνα πρόσφορο φτιαγμένο ἀπ᾽ τά χέρια της. Πολύ τήν συμπαθοῦσα, ἀλλά δέν εἶχα ἄλλες πληροφορίες. Μετά τό θάνατό της, ὅμως, ἔμαθα. Ἦταν μιά φτωχή γυναῖκα, ζοῦσε μέ τόν ἄντρα της πού ἦταν πολύ δύστροπος. Τόν ἀντιμετώπιζε μέ πολλή ἀγάπη καί καλοσύνη καί πάντα μέ τό χαμόγελο. Μέσα ἀπ᾽ τή φτώχια της ἤθελε νά προσφέρη στό συνάνθρωπο ὅ,τι μποροῦσε. Ἀλλά ἤθελε νά γίνωνται ὅλα ἐν κρυπτῷ, νά μήν τή βλέπουν. Ἀγόραζε λίγα τρόφιμα, πήγαινε στά προσκυνητάρια πού ἦταν διάσπαρτα στή Θήβα, ἄναβε τό καντήλι καί ἄφηνε ἕνα κουτί γάλα, ἕνα σακουλάκι ζάχαρη, ὄσπρια, ρύζι. Οἱ φτωχοί καί οἱ μετανάστες ἤξεραν πιά ὅτι τά ἄφηνε γι᾽ αὐτούς. Πήγαιναν καί τά ἔπαιρναν καί τήν εὐγνωμονοῦσαν. Πράγματι ἡ ἀγάπη εἶναι ἐφευρετική...»(ΣΑ, 266).
<>
«Ὁ λογοτέχνης Θανάσης Πετσάλης-Διομήδης (τιμημένος μέ Ἀριστεῖο Γραμμάτων τῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν) σ᾽ ἕνα αὐτοβιογραφικό βιβλίο του (Διάλογοι μέ τόν Ἑαυτό μου) μιλάει γιά τήν καταστροφική ἐπίδρασι πού εἶχε στήν ψυχή του ἡ μελέτη ἑνός βιβλίου, πού τό διάβασε στά ἐφηβικά του χρόνια. Ἐπρόκειτο γιά τό βιβλίο ἑνός ἀθέου ὑλιστῆ Γερμανού φιλοσόφου, τοῦ Büchner. Ἐξομολογεῖται, λοιπόν, ὁ Πετσάλης:
“Τό βιβλίο τοῦ Γερμανοῦ ὑλιστῆ φιλοσόφου ἀνατάραξε τόν ἐσωτερικό μου κόσμο ὡς τά μύχια. Καί ἔσκαψε μέσα μου ἕνα τεράστιο κενό, ὅπου θάφτηκαν ὅλα ὅσα πίστευα ὡς τότε. Θάφτηκαν ἀνεπανόρθωτα, ἄν μπορῶ νά ἐκφραστῶ ἔτσι. Εἶχε γίνει ἐντός μου ὁ φρικτός φόνος. Ὁ Θεός τῶν παιδικῶν μου χρόνων ἦταν νεκρός!
Ἔπρεπε νά περάσουν πολλά χρόνια, νά περάσω ἀπό ἄλλες ἀνησυχίες καί ἀγωνίες, νά γευθῶ τήν πικρή ματαιότητα τῶν ἐγκοσμίων γιά νά γυρίσω ἀπό αὐτή τήν τεθλασμένη στήν ἀναζήτησι τοῦ Θεοῦ. Ἀλλά καί σήμερα, μετά ἀπό ὅλα αὐτά, ἔρχονται στιγμές, πού θά ἤθελα νά μποροῦσα νά γονατίσω, νά κάνω τήν προσευχή μου, νά κάνω τόν σταυρό μου σάν τό μικρό παιδί.
Δυστυχῶς —ζύγισα καλά τή λέξι καί ξαναλέω: δυστυχῶς— δέν μπορῶ πιά...”.
Ὄντως συγκλονιστική ἡ ὁμολογία τοῦ διαπρεποῦς λογοτέχνη. Ἕνα καί μόνο βιβλίο ἦταν ἱκανό νά σκοτώση τό Θεό μέσα του. Σήμερα, βέβαια, ἔχουμε καί ἄλλους τρόπους νά σκοτώνουμε τό Θεό στίς ψυχές τῶν ἀνθρώπων. Τό θέαμα, ἡ τηλεόρασι, τό διαδίκτυο καί τόσα ἄλλα. Ἡ μαγεία τῆς εἰκόνας εἶναι ἀκαταμάχητη. Ἡ ἐξάρτησι ἀπ᾽ τήν ὀθόνη εἴτε τοῦ ὑπολογιστῆ, εἴτε τοῦ κινητοῦ ἔχει πάρει ἀνησυχητικές διαστάσεις.
Ὅμως, θά ἐπιστρέψω στό βιβλίο καί θά ἀναφερθῶ σ᾽ ἕνα περιστατικό πού ἔζησα στήν Κέρκυρα. Δέν εἶχα συμπληρώσει ἕνα μήνα καί μέναμε προσωρινά στό ἐπισκοπεῖο. Τήν ἡμέρα ἐκείνη ἤμουν μόνος, ὅπου ἄρχισε νά χτυπάη ἐπίμονα τό κουδούνι. Κατέβηκα γρήγορα καί βλέπω μιά μαθήτρια Λυκείου ἀναστατωμένη. Ζητοῦσε τόν Ἐπίσκοπο. Ἔβαλε τά κλάματα καί μοῦ εἶπε:
—Θέλω κάπου νά μιλήσω, δέν ἀντέχω.
Τήν πέρασα στό σαλονάκι καί μοῦ εἶπε τήν τραγική ἱστορία πού συνέβη λίγα λεπτά πρίν. Γυρνοῦσαν ἀπό τό φροντιστήριο μέ μιά συμμαθήτριά της. Στό δρόμο τήν πλησίασε ἕνας ἀστυνομικός, ὁ ὁποῖος ἦταν ἐρωτευμένος μαζί της. Αὐτή δέν τόν ἤθελε καί τόν ἀπέφευγε. Τοῦ μίλησε μάλιστα ἔντονα κι ἐκεῖνος ἔβγαλε τό πιστόλι του τήν πυροβόλησε καί στή συνέχεια αὐτοκτόνησε. Θυμᾶμαι πώς ἡ κοινωνία τῆς Κέρκυρας εἶχε σοκαριστῆ καί βέβαια οἱ γονεῖς ἀλλά καί οἱ φίλοι ἀκόμη περισσότερο.
Ἡ ἀστυνομία ἔκανε ἀνακρίσεις. Πῆγε καί στό σπίτι τοῦ ἀστυνομικοῦ. Πάνω στό γραφεῖο του ἦταν ἀνοιγμένο ἕνα βιβλίο τοῦ Nietzsche. Στήν ἀνοιγμένη σελίδα εἶχε ὑπογραμμίσει μιά φράσι-κλειδί. Δέν θυμᾶμαι ἀκριβῶς τί, ἀλλά περίπου ἔγραφε τό ἑξῆς: “Ἄν δέν μπορῆς νά κερδίσης αὐτό πού ἀγαπᾶς, τότε κατάστρεψέ το...!”.»(ΣΑ, 270).
<>
«Ἔλεγε ὁ μακαριστός Μητροπολίτης Πρεβέζης Μελέτιος: “Κάθε βιβλίο ἀποτελεῖ μιά χειροβομβίδα! Μένει ἥσυχη στό ράφι κάποιας βιβλιοθήκης μέχρις ὅτου κάποιος τήν πάρη στά χέρια του καί τραβήξει τήν περόνη. Τότε ὁ ἄνθρωπος ἤ θά αὐτοκαταστραφῆ ἄν τό βιβλίο εἶναι σκουπίδι ἤ θά ἀπελευθερωθῆ ἀπό ἐχθρούς πού φράζουν τή σκέψι καί τήν κρίσι”»(ΣΑ, 273).
Διηγεῖται ὁ Μητρ. Ἀργολίδος Νεκτάριος: «Κάποια μέρα ἕνας ἄγνωστος κύριος μέ ζήτησε στό τηλέφωνο. Μέ παρακαλοῦσε νά τόν δεχθῶ σέ ἐξομολόγησι. Ὅταν μοῦ εἶπε ὅτι εἶναι ἀπ᾽ τήν Ἀθήνα, προσπάθησα νά τόν ἀποτρέψω, λόγῳ ἀποστάσεως, ἐλλείψεως χρόνου κλπ.. Αὐτός, ὅμως, ἐπέμενε λέγοντας:
—Ἔχω τό λόγο μου πού ἐπιμένω.
Ἀναγκάστηκα νά ὑποχωρήσω. Πράγματι ἦρθε. Ἐξομολογήθηκε καί εἶδα ὅτι τόν βάραιναν πολλά ἁμαρτήματα. Τόν ρώτησα στό τέλος γιατί δέν πήγαινε ὅλα αὐτά τά χρόνια σέ κάποιον Πνευματικό στήν Ἀθήνα κι ἐπέμενε νά ἔρθη στό Σαγματᾶ. Μοῦ εἶπε ἐπί λέξει.
—Γνώρισα πολλούς ἱερεῖς καί καλούς. Ἀλλά ἐπειδή μέ ἐκτιμοῦσαν, δέν τολμοῦσα νά πάω σ᾽ αὐτούς. Εἶχα πέσει σέ ἀπόγνωσι. Ἔλεγα στόν ἑαυτό μου ὅτι γιά μένα δέν ὑπάρχει σωτηρία. Εἶμαι καταδικασμένος γιά τήν κόλασι! Συνήθιζα νά ἀκούω τούς ἐκκλησιαστικούς σταθμούς. Ἤθελα νά ἀκούσω κάτι, νά πάρω λίγη δύναμι, μιά ἐλπίδα. Κάποια μέρα διάβαζαν τό βιβλίο σας “Ἐπιστροφή” καί ἄκουσα μιά φράση: “Δέν θά κολαστοῦμε διότι ἁμαρτήσαμε, ἀλλά διότι δέν μετανοήσαμε”. Αὐτό ἦταν. Μέ ἄγγιξε βαθειά. Εἶπα ὅτι ὁ ἄνθρωπος πού τό ἔγραψε αὐτό, θά μπορέση νά μέ καταλάβη. Ἀμέσως πῆρα τηλέφωνο στό σταθμό, ρώτησα γιά τό βιβλίο, τό συγγραφέα, κι ἔτσι σᾶς βρῆκα.
Ἔμεινα γιά μιά ἀκόμη φορά ἔκπληκτος ἀπ᾽ τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, πού συνεχίζει νά ἀναζητῆ καί νά βρίσκη τρόπους γιά νά ὁδηγῆ ἀνθρώπους στή σωτηρία»(ΣΑ, 276).
<>
Λέει ὁ Μητρ. Ἀργολίδος Νεκτάριος: «Ἕνας γνωστός μου φοιτητής συνήθιζε νά πηγαίνη σέ κάποιες συναντήσεις ὅπου μιλοῦσε ἕνας γνωστός φιλόσοφος-διανοητής, πού ὄχι μόνο δέν ἔκρυβε, ἀλλά διακήρυσσε μέ ἐπιχειρήματα τίς ἀθεϊστικές του θέσεις. Ὁ φοιτητής, δέν ξέρω πῶς τοῦ ἦρθε, χωρίς νά τό πολυσκεφτῆ, ἀγόρασε ἕνα βιβλίο τοῦ Ἁγ. Παϊσίου καί τοῦ τό πῆγε δῶρο. Ὁ φιλόσοφος αὐτός, πού τόν χαρακτήριζε καί μιά κυνικότητα, ἔπαρσι καί ἀλαζονεία, εὐχαρίστησε τόν φοιτητή, καί πῆρε τό βιβλίο σπίτι του. Ὁ φοιτητής δέν περίμενε ὅτι θά καταδεχτῆ νά τό διαβάση καί πολύ περισσότερο νά ἐπηρεαστῆ. Καί ὅμως σέ 2-3 μέρες ὁ φιλόσοφος τόν πῆρε τηλέφωνο καί τοῦ εἶπε.
—Ρέ παιδάκι μου, τί βιβλίο εἶναι αὐτό! Μέ ξενύχτησε δύο βράδυα. Καλά, δέν μᾶς λές, βάλθηκες νά μέ κάνης Χριστιανό τώρα στά γεράματά μου!»(ΣΑ, 277).
<>
Ἀναφέρει ὁ Μητρ. Ἀργολίδος Νεκτάριος: «Συνάντησα τελευταῖα ἕνα παλαιό φίλο πού ὡς φοιτητής τόν εἶχα στό κατηχητικό. Εἶχα νά τόν δῶ πάνω ἀπό 40 χρόνια. Ὅταν συναντηθήκαμε μοῦ ἔδειξε ἕνα βιβλίο, “ταλαιπωρημένο”. Τοῦ τό εἶχα κάνει δῶρο στή γιορτή του, ὅταν ἦταν μαθητής. Ὅπως μοῦ ἔλεγε, τό διάβασε ὄχι τότε πού τοῦ τό πῆγα ἀλλά πολύ ἀργότερα, ὅταν ἀντιμετώπισε σοβαρά προβλήματα.
—Ἔγινε ἡ παρηγοριά μου. Τό διάβαζα συνέχεια κι ἔπαιρνα κουράγιο»(ΣΑ, 282).
<>
Γράφει ὁ Μητρ. Ἀργολίδος Νεκτάριος: «Ἦταν γύρω στό 2007, ὅταν φιλοξενούσαμε ὀρφανά κι ἐγκαταλελειμμένα παιδιά ἀπ᾽ τήν Κριμαία. Ὅπως κάθε χρόνο, εἴχαμε ὀργανώσει ἐκδρομές ἀνά τήν Ἑλλάδα. Γυρνώντας ἀπ᾽ τή Θεσ/νίκη σταματήσαμε στά Τέμπη. Ἀφοῦ προσκυνήσαμε στήν Ἁγ. Παρασκευή, προχωρήσαμε λίγο στήν κοίτη τοῦ Πηνειοῦ. Μια ταμπέλα ἔγραφε γιά τό “πλοῖο τῆς ἀγάπης”. Ἦταν ἕνα μικρό ποταμόπλοιο πού ἔκανε μια μικρή βόλτα στό ποτάμι. Ρώτησα τόν καπετάνιο, μᾶς ἔκανε καί καλή τιμή καί μπήκαμε στό πλοῖο. Κάθισα δίπλα του. Ἄρχισε νά μοῦ λέει γιά τή ζωή του. Ἦταν χρόνια ναυτικός καί τουλάχιστον γιά 6-7 μῆνες ταξιδεύει μέ ὑπερπόντια πλοῖα. Τούς καλοκαιρινούς μῆνες κάνει αὐτή τή μικρή διαδρομή γιά νά συμπληρώση τό εἰσόδημά του. Τόν ρώτησα πῶς περνάει στά μεγάλα ταξίδια, δέν νιώθει πλήξι κλπ.. Μοῦ εἶπε πολλά καί διάφορα. Στό τέλος κατέληξε.
—Τό τελευταῖο μου ταξίδι ἦταν τό πιό ὄμορφο. Ἕνας καλός μου φίλος, καλή του ὥρα, μοῦ ἔδωσε ἕνα βιβλίο —δῶρο πριν φύγω. Παρόλο πού δέν εἶμαι καί κοντά στήν Ἐκκλησία, οὔτε διαβάζω, αὐτό τό βιβλίο μέ τράβηξε. Δέν μπορούσα νά τό ἀφήσω. Τό διάβαζα καί τό ξαναδιάβαζα σ᾽ ὅλο τό ταξίδι. Ὄχι μόνο μοῦ ἄρεσε, ἀλλά μοῦ ἄλλαξε καί τή ζωή. Ὅταν γύρισα πῆγα στό φίλο μου νά τόν εὐχαριστήσω. Ἦταν τό καλύτερο δῶρο πού μοῦ ἔκαναν στή ζωή μου.
Σταμάτησε λίγο. Ἦταν συγκινημένος.
—Πολύ θά ἤθελα νά γνωρίσω καί τό συγγραφέα, νά τόν εὐχαριστήσω, ἀλλά πού νά τόν βρῶ;
Μοῦ κέντρισε τό ἐνδιαφέρον καί γεμάτος περιέργεια τόν ρώτησα:
—Πῶς λέγεται τό βιβλίο;
—Ἀρχιεπίσκοπος Λουκᾶς. Πρόκειται γιά ἕναν Ἅγιο γιατρό πού...
Ἄρχισα νά χαμογελάω. Μέ κοίταξε στά μάτια. Κάτι κατάλαβε.
—Μή μοῦ πεῖς ὅτι, ἐσύ...
Δέν μπορούσα νά κρυφτῶ. Οὔτε μπορῶ νά περιγράψω τή συγκίνησί του. Πῆρε τηλέφωνο ἀμέσως τό φίλο του νά τόν ἐνημερώση. Μίλησα κι ἐγώ μαζί του.
Φτάσαμε στήν ἀποβάθρα. Πῆγα νά τόν πληρώσω. Ἀδύνατον.
—Το βιβλίο αὐτό εἶναι ἡ πληρωμή μου, ἀπάντησε»(ΣΑ, 283).
<>
«Ἀκούσαμε τελευταῖα ἀπό τόν π. Vladimir Filimonov, ἐφημέριο καί καθηγητή τῆς Ἰατρικῆς στήν Ἁγία Πετρούπολη:
“Στήν περιοχή τοῦ Novgorod κατά τή διάρκεια τῶν διωγμῶν εἶχαν συλληφθῆ καί φυλακιστῆ ἀρκετοί ἱερεῖς, μοναχοί καί λαϊκοί. Σ᾽ ἕνα κελλί τῆς φυλακῆς βρίσκονταν ἕνας ἀρχιερέας, κάποιοι ἱερεῖς καί πιστοί Χριστιανοί. Δέν ἤξεραν πότε θά ὁδηγηθοῦν ὡς “ἐχθροί τοῦ λαοῦ” στό μαρτύριο, ἀλλά ἦταν σίγουροι γι᾽ αὐτό. Ἐπιθυμοῦσαν πολύ νά λειτουργήσουν κρυφά ἐκεῖ στό ὑγρό, σκοτεινό κελλί. Κράτησαν λίγο ἀπ᾽ τό ψωμί τό ὁποῖο τούς ἔδωσαν, κατάφεραν νά βροῦν κι ἐλάχιστο κρασί. Δέν εἶχαν ὅμως ἀντιμήνσιο. Τότε ὁ ἀρχιερέας ἔκοψε ἕνα τετράγωνο κομμάτι ἀπό κάποιο ροῦχο, ἔκανε ἕνα σταυρό, ὑπέγραψε πάνω στό ὕφασμα κι ἔπειτα πῆρε ἕνα μαχαίρι, τό ἔμπηξε στό δέρμα του, στό στῆθος, στό σημεῖο τῆς καρδιᾶς, ἔκοψε ἕνα κομμάτι ἀπ᾽ τό δέρμα του, καί τό ἔδεσε στό ὕφασμα. Τό αἷμα ἔβαψε τό ὕφασμα. Ὁ ἀρχιερέας πῆρε τό ὕφασμα καί μπροστά στά ἔκπληκτα μάτια τῶν φυλακισμένων τούς εἶπε:
—Τώρα ἔχετε ἀντιμήνσιο. Αὔριο μπορεῖτε νά λειτουργήσετε!
Τό ἴδιο βράδυ ὁ ἀρχιερέας ὁδηγήθηκε στό μαρτύριο. Ἄφησε, ὅμως, στούς ἀδελφούς του τό ματωμένο ἀντιμήνσιο, μέ τό λείψανό του, μέ τό λείψανο ἑνός νεομάρτυρα. Σ᾽ αὐτό τό ματωμένο ἀντιμήνσιο τέλεσαν οἱ συλλειτουργοί του τό μυστήριο τῆς Θ. Εὐχαριστίας καί μετέλαβαν τό Σῶμα καί τό Αἷμα τοῦ Θεανθρώπου. Μετά ἀπό λίγες μέρες, ὁδηγήθηκαν κι ἐκεῖνοι στό μαρτύριο, βαθειά συγκλονισμένοι ἀπ᾽ τόν ἡρωϊσμό τοῦ ἀρχιερέα”»(ΣΑ, 290).
<>
«Τήν ἑπόμενη ἱστορία ἀκούσαμε ἀπό τόν πανιερώτατο Μητροπολίτη Λεμεσοῦ Ἀθανάσιο:
“Πριν ἀπό χρόνια ἐδῶ στήν Κύπρο, συνέβη ἕνα γεγονός σ᾽ ἕνα χωριό ὅπου ὑπῆρχαν Τοῦρκοι καί Ἕλληνες. Ἦταν ἀγαπημένοι καί δέν ὑπῆρχαν προβλήματα μεταξύ τους. Τά παιδιά Ἑλληνόπουλα καί Τουρκάκια, ἔπαιζαν μεταξύ τους. Οὔτε καί αὐτά εἶχαν πρόβλημα. Κάποια μέρα ἔπαιζαν ἕνα διαφορετικό παιχνίδι.
Ὅποιον ἔπιαναν τά Ἑλληνόπουλα τοῦ ἔλεγαν νά γίνη Ἕλληνας, Χριστιανός, κι ὅποιον ἔπιαναν τά Τουρκάκια τοῦ ἔλεγαν νά γίνει Τοῦρκος καί μουσουλμάνος. Τά Τουρκάκια ἔπιασαν ἕνα μικρό παιδάκι κάπου δώδεκα ἐτῶν. Ἔπεσαν ὅλα πάνω του καί τοῦ φώναζαν:
—Νά γίνης Τοῦρκος τώρα πού σέ πιάσαμε.
Ἐκεῖνο ἔλεγε ὅτι:
—Ὄχι, δέν γίνομαι Τοῦρκος. Ἐγώ εἶμαι Χριστιανός.
—Ἔλα νά γίνης Τοῦρκος, νά μήν εἶσαι Χριστιανός.
—Ἐγώ δέν γίνομαι Τοῦρκος, εἶμαι Χριστιανός.
Καί ξέρετε ὅπως ἔπαιζαν τά παιδιά ἔπεσε τό ἕνα πάνω στό ἄλλο καί τό παιδί πέθανε. Πέφτοντας ὅλοι οἱ μικροί πάνω του καί μέσ᾽ στή Βαβυλωνία ἐκείνη ξεψύχησε τό παιδάκι αὐτό. Πέθανε ἀπό ἀσφυξία. Πέθανε, ἀλλά δέν ἔγινε καμμιά φασαρία, διότι εἴπαμε οἱ ἄνθρωποι ἦταν ἀγαπημένοι τότε στά χωριά καί γνώριζαν ὅτι δέν ἔγινε μέ κακό σκοπό. Ἦταν μᾶλλον ἔτσι τυχαῖο, στό παιχνίδι. Μετά ἀπό τρία-τέσσερα χρόνια, ὅταν χρειάστηκε νά ἀνοίξουν τόν τάφο τοῦ παιδιοῦ αὐτοῦ, ἴσως γιά νά θάψουν κάποιον ἄλλον, εὐωδίασε ὅλο τό κοιμητήριο ἀπ᾽ τά λείψανα τοῦ παιδιοῦ ἐκείνου. Καί θεωρήθηκε τό ὅτι δέν δεχόταν ν᾽ ἀρνηθῆ τήν Πίστη του, ἔστω καί στο παιχνίδι, θεωρήθηκε μαρτύριο καί ὁμολογία”»(ΣΑ 297).
<>
«Ἀπ᾽ τούς Σέρβους πατέρες π. Ἀμφιλόχιο καί π. Ἀρτέμιο εἴχαμε ἀκούσει μια παρόμοια συγκινητική ἱστορία, πού συνέβη στή δεκαετία τοῦ 1970 στή Σερβία.
Ζοῦσε τότε μια νέα κοπέλα 18-20 ἐτῶν. Ἦταν πολύ πιστή καί προσπαθοῦσε νά ζῆ σύμφωνα μέ τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ. Δέν ἔκρυβε τήν πίστι της. Φανερά πήγαινε στήν ἐκκλησία, συμμετεῖχε στά μυστήρια κλπ.. Σεμνή καί προσεκτική, δέν ἐπέτρεπε στόν ἑαυτό της τίς νεανικές παρεκτροπές, τήν ἄστατη ζωή, τίς καταχρήσεις κλπ.. Ἡ ὅλη πολιτεία της εἶχε ἐνοχλήσει τή μυστική ἀστυνομία. Κάποια μέρα μπῆκαν στό σπίτι της 2-3 ἀστυνομικοί, μέ ἄγριες διαθέσεις. Κατάλαβε ὅτι ἤθελαν νά τήν βιάσουν. Ἔτρεξε γρήγορα στό μπαλκόνι, ἔκανε τό σταυρό της κι ἔπεσε, ὅπως ἔκανε καί ἡ Ἁγ. Πελαγία.
Ὅπως μᾶς ἔλεγαν οἱ Πατέρες, ἡ “αὐτοκτονία” της εἶχε συγκινήσει βαθειά τό Σερβικό λαό. Στή συνείδησή του θεωρήθηκε μάρτυρας»(ΣΑ, 306).
<>
Διηγεῖται ὁ Μητρ. Ἀργολίδος Νεκτάριος: «Σ᾽ ἕνα ἀπ᾽ τά κυκλαδίτικα νησιά, δέν θυμᾶμαι ποιο ἀκριβῶς, ζοῦσε ἕνα ἀντρόγυνο, ἁπλοί πιστοί ἄνθρωποι. Ἡ σύζυγος εἶχε μείνει ἀνάπηρη. Χρήματα δέν ὑπῆρχαν γιά νά πᾶνε στό ἐξωτερικό. Ὁ σύζυγος τήν ὑπηρετοῦσε μέ πολλή ἀγάπη καί αὐταπάρνησι, κάνοντας πολλή ὑπομονή. Ὅλα ἔπρεπε νά περνοῦν ἀπ᾽ τά χέρια του. Δέν γόγγυζε, ἀλλά ἔλεγε συνεχῶς:
—Ὅ,τι θέλει ὁ Θεός.
Κάποια μέρα τόν ἐπισκέφθηκαν δύο ἄνδρες. Ἦταν πολύ εὐγενικοί, τοῦ μιλοῦσαν γιά τό Θεό καί ἄφησαν νά ἐννοηθῆ ὅτι θά τόν βοηθοῦσαν οἰκονομικά, ὥστε νά στείλουν καί τή γυναῖκα του στό ἐξωτερικό. Ὁ σύζυγος ἦταν ἀγαθός ἄνθρωπος, δέν ὑποψιάστηκε ὅτι οἱ ἄνθρωποι αὐτοί εἶχαν ἄλλες προθέσεις. Ἦταν, ὅπως ἀποδείχτηκε, “μάρτυρες τοῦ Ἰεχωβᾶ”. Κατά τή συνήθη πρακτική, τόν κατέταξαν στούς “ἀνθρώπους καλῆς θελήσεως”, ἐφάρμοσαν τό σχέδιο: “ἐπίθεσι ἀγάπης”, καί πολλαπλασίασαν τίς ἐπισκέψεις. Ὁ ἴδιος δέν ὑποψιάστηκε κάτι. Κάποια μέρα τόν κάλεσαν στίς συνάξεις τους. Ἐκεῖ τοῦ εἶπαν ὅτι θά ἀναλάβουν τά ἔξοδα νά στείλη τή γυναῖκα του στό ἐξωτερικό. Μέ μια προϋπόθεσι. Τό δάπεδο τοῦ δωματίου ἦταν γεμάτο εἰκόνες. Αὐτό πού τοῦ ζητοῦσαν ἦταν νά πατήση μία μία τίς εἰκόνες. (Σήμερα αὐτή ἡ ἀποτυχημένη μέθοδος μᾶλλον ἔχει ἐγκαταλειφθῆ). Ὁ ἄνθρωπός μας ἔμεινε ἐμβρόντητος. Κατάλαβε τήν πλεκτάνη καί φώναξε δυνατά.
—Αὐτό θέλατε τόσο καιρό; Ὄχι. Ἐγώ τίς ἅγιες εἰκόνες δέν τίς πατάω. Δέν ἀλλάζω τήν πίστι μου. Καλύτερα ἡ γυναίκα μου νά μείνη ἀνάπηρη!
Σηκώθηκε κι ἔφυγε. Ὅταν ἔφτασε στό σπίτι, βρέθηκε μπροστά στό μεγάλο θαῦμα. Ἡ γυναῖκα του εἶχε σηκωθῆ ἀπό τό κρεββάτι καί καθόταν σέ μια καρέκλα. Ἔκπληκτος τή ρώτησε:
—Πῶς σηκώθηκες;
—Μόνη μου! Ἔνιωσα τήν ὥρα κατά τήν ὁποία ἔλειπες μια δύναμι στά πόδια μου καί σηκώθηκα. Εἶμαι καλά!
Ὁ σύζυγος τῆς διηγήθηκε τό περιστατικό μέ τούς “μάρτυρες τοῦ Ἰεχωβᾶ”. Κατάλαβαν. Μέ δάκρυα στά μάτια δοξολόγησαν τό Θεό καί διηγοῦνταν παντοῦ τό θαῦμα τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ»(ΣΑ, 310).
«Μεταφέρουμε καί μιά ἐμπειρία μας ἀπό ἐπίσκεψί μας στή Βόρεια Ρωσία τό 1994 μέ τούς νέους τοῦ Κέντρου Νεότητος τῆς Ι. Μητροπόλεως Θηβῶν καί Λεβαδείας.
Στήν περιοχή τῆς Καρελίας πρίν τήν ἐπανάστασι ὑπῆρχαν πάνω ἀπό 600 ἐκκλησίες. Ὅλες γκρεμίστηκαν ἤ μετατράπηκαν ἀπ᾽τούς μπολσεβίκους σέ θέατρα, ἀποθῆκες, ἐργοστάσια κλπ.. Στήν πόλη Olonets σώθηκε ἡ μικρή ἐκκλησία τοῦ κοιμητηρίου. Καί αὐτό χάρι στήν ἀντίστασι μιᾶς γυναίκας. Θελήσαμε νά τήν γνωρίσουμε. Τήν ἐπισκεφθήκαμε στό φτωχικό σπιτάκι της. Ἡλικιωμένη πλέον πλησίαζε τά 100 χρόνια της, μᾶς διηγήθηκε τήν ἱστορία της.
Τό 1925, ὅταν οἱ μπολσεβίκοι θέλησαν νά γκρεμίσουν τήν ἐκκλησία, τό ἔμαθε καί ἔτρεξε ἐκεῖ. Μπήκε μέσα στήν ἐκκλησία καί παρά τίς ἀπειλές δέν ἔβγαινε. Οἱ ἐχθροί τῆς Πίστεως, εἴτε ἀπό φόβο εἴτε ἀπό σεβασμό, δέν τόλμησαν νά τήν ἐνοχλήσουν. Περίμεναν ὅτι θά βγῆ μετά ἀπό λίγες μέρες. Ἡ γυναῖκα αὐτή ἦταν τότε περίπου 25 χρονῶν. Ἔμεινε μέσα στήν ἐκκλησία 15 ὁλόκληρα χρόνια. Τήν περιποιόταν, τήν φρόντιζε κλπ., ἐνῶ οἱ πιστοί κρυφά τῆς προμήθευαν τά τρόφιμα. Τό κρύο στήν περιοχή φτάνει καί 40 βαθμούς ὑπό τό μηδέν. Ὅμως, ἡ γενναία ψυχή τά ὑπέμεινε ὅλα. Μέ τήν ἔναρξι τοῦ πολέμου, ὅταν χαλάρωσε ὁ διωγμός, ἔφυγε καί πῆγε σπίτι της.
Τό 1961 μέ τούς διωγμούς τοῦ Khrushchev οἱ ἀρχές τῆς πόλεως ἀποφάσισαν πάλι νά γκρεμίσουν τήν ἐκκλησία. Ἡ γυναῖκα αὐτή μόλις τό πληροφορήθηκε, ἔτρεξε πάλι στήν ἐκκλησία. Αὐτή τή φορά ἔμεινε μέσα 10 χρόνια! Ἡ ἐκκλησία, χάρι στήν αὐτοθυσία της, σώθηκε. Ὅταν κατάλαβε ὅτι ἡ ἐκκλησία δέν κινδυνεύει πλέον, ἐπέστρεψε σπίτι της. Θέλησε, ὅμως, νά ἀφιερωθῆ ὁλοκληρωτικά στόν Κύριο. Ἔτσι ντύθηκε τό μοναχικό σχῆμα καί πῆρε τό ὄνομα Βαρβάρα. Ἐπειδή τά μοναστήρια εἶχαν κλείσει, μόναζε στό φτωχικό σπιτάκι της ἐκτελώντας τά μοναχικά καθήκοντά της. Τό 1996 κοιμήθηκε ἔχοντας περάσει συνολικά 25 χρόνια, δηλαδή τό ¼ τῆς ζωῆς της μέσα σέ ἕνα μικρό ναό. Στήν περιοχή ὅλοι μιλοῦν μέ συγκίνησι γιά τήν ἁπλή αὐτή γυναίκα πού τόλμησε νά τά βάλη μέ μιά ὑπερδύναμι. Ἀντιστάθηκε καί μέ τή Χάρι τοῦ Θεοῦ νίκησε. “Τά ἀσθενῆ τοῦ κόσμου ἐξελέξατο ὁ Θεός ἵνα καταισχύνῃ τά ἰσχυρά”»(ΣΑ, 325).
<>
«Ὁ π. Λεωνίδας ἦταν ἕνας ἀπ᾽ τούς φλογερούς ἱεροκήρυκες, πού ὄργωσαν τήν Ἑλλάδα, μεταφέροντας τό μήνυμα τοῦ Εὐαγγελίου σέ περιοχές δυσπρόσιτες, σέ χωριά ξεχασμένα, χωρίς δρόμους. Θύμιζαν κατά πολύ τόν Ἅγ. Κοσμᾶ τόν Αἰτωλό. Ὅπως μας ἔλεγε ὁ π. Λεωνίδας, ὅταν ἔφτανε σέ κάποιο χωριό, ἔκανε τό κήρυγμα εἴτε στήν ἐκκλησία, εἴτε στήν πλατεία τοῦ χωριοῦ. Λειτουργοῦσε, ἐξομολογοῦσε κι ἔπειτα ἀναχωροῦσε γιά ἄλλο χωριό. Το βράδυ φιλοξενεῖτο σέ κάποιο σπίτι, εἴτε, τό συνηθέστερο, στό σπίτι τοῦ ἱερέα ἤ τοῦ ἐπιτρόπου ἤ κάποιου χωρικοῦ.
Σε κάποιο χωριό, ἀφοῦ ἔκανε τό κήρυγμα, τήν ἐξομολόγησι κλπ. περίμενε κάποιος νά τοῦ προτείνη νά διανυκτερεύση. Μᾶλλον δέν ὑπῆρχε ἱερέας στο χωριό. Ὁ ἐπίτροπος περίμενε νά κλειδώση τήν ἐκκλησία. Δέν σκέφτηκε τί θά γίνη αὐτός ὁ ἄνθρωπος. Ἀφοῦ αὐτοκίνητο δέν εἶχε, κάπου θά ἔπρεπε νά μείνη. Ὁ π. Λεωνίδας τόν ἔβγαλε ἀπ᾽ τή δύσκολη θέσι, λέγοντας:
—Δῶσε μου τό κλειδί. Θά μείνω στήν ἐκκλησία διότι ἔχω τάμα σήμερα νά κάνω... ἀγρυπνία.
Ὁ ἐπίτροπος ἀνυποψίαστος τοῦ ἔδωσε τό κλειδί κι ἔφυγε.
—Κι ἐγώ, τί νά κάνω;, μας ἔλεγε ὁ π. Λεωνίδας. Ἔκανε καί πολύ κρύο. Προσπάθησα νά βρῶ μιά λύσι. Ἔψαξα τό ναό, ἀνέβηκα στο γυναικωνίτη καί βρῆκα ἕνα φέρετρο πολλαπλῶν χρήσεων. Ἐκεῖ ἔβαζαν τούς φτωχούς, που δέν μποροῦσαν νά ἀγοράσουν καινούργιο φέρετρο, τούς ἔριχναν στόν τάφο καί τό φέρετρο τό χρησιμοποιοῦσαν πάλι. Το βρῆκα θαυμάσιο! Μπήκα μέσα, σκεπάστηκα μέ τό καπάκι γιά νά μην κρυώνω καί πέρασα μια θαυμάσια βραδιά. Εἶχα καί μνήμη θανάτου!»(ΣΑ, 365).
<>
Θυμᾶται ὁ Μητρ. Ἀργολίδος Νεκτάριος: «Μιά ἀπ᾽ τίς ἁγιασμένες μορφές πού γνωρίσαμε ἦταν καί ὁ Μητροπολίτης Χαλκίδος Νικόλαος. Ἄνθρωπος προσευχῆς, ταπεινός, ἀσκητικός. Τό ἀρχιερατικό ἀξίωμα δέν τόν ἀλλοίωσε, ἡ ἀλαζονεία δέν τόν κυρίεψε. Εἶχε βρεῖ καί τόν τρόπο νά ἔχη συνεχῆ μνήμη θανάτου, καί νά μήν ἐπηρεάζεται ἀπ᾽ τή δόξα τοῦ κόσμου. Μέσα στό ὑπνοδωμάτιό του στό ἐπισκοπεῖο εἶχε μιά νεκροκεφαλή. Κάθε βράδυ γονάτιζε καί προσευχόταν γονατιστός. Τήν κάρα αὐτή τήν εἶχε ζητήσει ἀπό τήν καθηγουμένη τῆς Ι. Μονῆς Ἁγ. Νικολάου Βάθειας.
Ὅπως μοῦ διηγεῖτο ὁ μακαριστός καθηγούμενος τῆς Ι. Μονῆς Γρηγορίου, π. Γεώργιος Καψάνης, ἡ κάρα αὐτή τόν βοηθοῦσε νά ἔχη μνήμη θανάτου καί νά προσγειώνεται. Μοῦ εἶπε χαρακτηριστικά:
“Κάποια μέρα μπῆκα στό δωμάτιό του καί εἶδα κάτι σκεπασμένο μέ μιά πετσέτα. Μοῦ δημιουργήθηκε ἀπορία καί τόν ρώτησα. Καί ὁ μακαριστός ἱεράρχης ἀπάντησε:
—Θά σοῦ πῶ, π. Γεώργιε.
Ἄνοιξε τήν πετσέτα καί ἀποκάλυψε μιά νεκροκεφαλή.
—π. Γεώργιε, τό ἐπισκοπικό ἀξίωμα ἔχει πολλή δόξα. Γι᾽αὐτό ἔχω αὐτή τήν κάρα γιά νά προσγειώνομαι καί νά ἔχω μνήμη θανάτου.
Προσευχόταν κλαίγοντας κάθε βράδυ γιά νά τόν φυλάξη ὁ Θεός ἄτρωτο ἀπ᾽ τή ματαιοδοξία”»(ΣΑ, 368).
<>
Ο Θεός, ενώ έπλασε τον άνθρωπο υγιέστατο, ενώ θέλει την χαρά και την ειρήνη του, δίνει την ασθένεια. Γιατί;
Διότι όταν ο άνθρωπος την ασπαστεί, όταν την αγαπήσει, όταν βγάζει από την ασθένειά του θετικά συμπεράσματα, όταν εξ αιτίας της παραδίδεται στον Θεό, τότε η ασθένεια γίνεται το γρηγορότερο μέσο για την κατάκτηση της αληθείας και της σωτηρίας.
Γι’ αυτό ο Θεός, ως καλός παιδαγωγός, όταν έχουμε αμαρτίες και μάλιστα κρυφές, μας χτυπάει με αρρώστιες, για να μην τιμωρηθούμε στην άλλη ζωή.
Στους ανθρώπους δε που έχουν κρυφή αγιότητα δίνει επίσης αρρώστια, για να μην απολαύσουν τον μισθό τους εδώ στη γη, αλλά στην αιωνιότητα.
Εν τέλει η ασθένεια είναι εκ των ωραιοτέρων δώρων του Θεού προς τον άνθρωπο.
Μπορεί να είναι προτιμότερη ακόμη και εκ των εφετών, εκ των πνευματικοτέρων επιθυμιών της καρδιάς του...
Όσιος Γέρων Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης
FB
<>
«Στή δεκαετία τοῦ 1930 ἔγινε στή Γερμανία ἕνα ἔγκλημα. Σέ μιά βίλλα ζοῦσε μιά οἰκογένεια ἡ ὁποία πῆγε γιά διακοπές. Τίς μέρες κατά τίς ὁποῖες θά ἔλειπαν, θά ἔμενε στό σπίτι ἡ ὑπηρέτρια. Ἕνα βράδυ μπῆκε ἕνας διαρρήκτης μέ μοναδικό σκοπό νά κλέψη. Φαίνεται πώς ἡ ὑπηρέτρια ἴσως νά ἀντιστάθηκε. Ὁ διαρρήκτης δέν δίστασε νά τή σκοτώση. Ἔκλεψε καί ἔφυγε. Ἡ ἀστυνομία ἔκανε τή σχετική ἔρευνα στο σπίτι καί παρατήρησε μιά μικρή λεπτομέρεια. Ὁ δολοφόνος πρίν φύγη εἶχε βάλει ἀρκετή τροφή στό κλουβί μέ τό καναρίνι! Κάποια στιγμή τόν συνέλαβαν καί στίς ἀνακρίσεις τόν ρώτησαν γι᾽ αὐτή τή λεπτομέρεια... Ὁ δολοφόνος τούς ἄφησε ἄναυδους μέ τήν ἀπάντησι:
—Γνώριζα ὅτι οἱ ἰδιοκτῆτες θά ἔλειπαν καί ἡ μόνη που φρόντιζε τό καναρίνι ἦταν ἡ ὑπηρέτρια. Δέν ἄντεχα στή σκέψι ὅτι αὐτό τό πλάσμα θά πεθάνη ἀπ᾽ τήν πείνα!...
Ἀναρωτιέσαι ἀλήθεια: πώς ἕνας στυγνός ἐγκληματίας δέν διστάζει νά καταστρέψη μιά ἀνθρώπινη ζωή καί ἀπ᾽ τήν ἄλλη στιγμή νά δείχνη τέτοια εὐαισθησία σ᾽ ἕνα καναρίνι...»(ΣΑ, 6). <>
«Ὁ Τοῦρκος ἀθλητής Murat Canbas σκοτώθηκε σέ τροχαῖο. Δέν πρόλαβε νά συμμετάσχη στούς πανευρωπαϊκούς ἀγῶνες τῆς Πράγας. Στούς ἀγῶνες αὐτούς συμμετεῖχε ὁ Θεσσαλονικιός ἀθλητής Ἰωάννης Μελισσανίδης, ὁ ὁποῖος κέρδισε τό χρυσό μετάλλιο στούς ἀγῶνες ἐνόργανης Γυμναστικῆς. Δέν τό κράτησε, ὅμως, γιά τόν ἑαυτό του. Πῆγε στήν Κων/πολι, παρακολούθησε τούς γυμναστικούς ἀγῶνες πού διοργανώθηκαν στή μνήμη τοῦ Τούρκου ἀθλητῆ καί προσέφερε στήν οἰκογένειά του τό χρυσό μετάλλιο πού κέρδισε στήν Πράγα. Δέν νομίζουμε ὅτι κάτι παρόμοιο ἔχει καταγραφεῖ στά ἀθλητικά χρονικά»(ΣΑ, 24). <>
«Ἡ Ζάκυνθος ἀποτελεῖ μοναδικό παράδειγμα σέ ὅλη τήν κατεχόμενη Εὐρώπη, ὅπου κανένας Ἑβραῖος δέ χάθηκε. Καί αὐτό ὀφείλεται στόν ἀπαράμιλλο ἡρωισμό τοῦ Μητροπολίτη Χρυσοστόμου. Ὅταν οἱ Γερμανοί ἀπαίτησαν νά τούς δώση τή λίστα τῶν Ἑβραίων τοῦ νησιοῦ, ὁ Μητροπολίτης ἀπάντησε μέ ἕνα χαρτί, στό ὁποῖο ὑπῆρχαν μόνο δύο ὀνόματα: τό δικό του καί τοῦ Δημάρχου! Ἀπ᾽ τούς 275 Ἑβραίους τοῦ νησιοῦ, σώθηκαν καί οἱ 275!»(ΣΑ, 25). <>
«Τετάρτη 1η Σεπτεμβρίου 2004. Μιά καινούργια σχολική χρονιά ξεκινᾶ στή Ρωσία. Στό σχολεῖο τῆς πόλης Beslan τῆς Βόρειας Ὀσετίας οἱ δάσκαλοι ὑποδέχονται τούς μαθητές καί τούς γονεῖς τους. Ἀτμόσφαιρα χαρούμενη.
Μέχρι πού... μιά ομάδα τρομοκρατῶν εἰσβάλλει στό σχολεῖο. Παίρνει ὁμήρους πάνω ἀπό 1.200 ἄτομα. Παιδιά, γονεῖς καί δασκάλους. Ἀνάμεσά τους καί ὁ Ἕλληνας δάσκαλος Φυσικῆς Ἀγωγῆς Γιάννης (Ἰβάν) Κανίδης. Ὅταν οἱ τρομοκράτες τοῦ πρότειναν μαζί μέ ἄλλους νά φύγη, ἀρνήθηκε θέλοντας νά βοηθήση τούς μαθητές. Ἤδη ἀπ᾽ τά πρῶτα λεπτά εἶχε καταφέρει νά κλειδώση κάποιους σέ μιά αἴθουσα, ἀπ᾽ ὅπου διέφυγαν σῶοι.
Ἀκολουθοῦν τρεῖς δραματικές μέρες ὁμηρίας. Οἱ τρομοκράτες στεροῦν ἀπό ὅλους τροφή καί νερό. Ὁ Ἕλληνας δάσκαλος μέσα στό χῶρο τοῦ γυμναστηρίου στήριζε ψυχολογικά τά παιδιά, τά καθησύχαζε, ἐνῶ πίεζε τούς τρομοκράτες νά τούς δώσουν νερό. Ὁ ἴδιος κατάφερε νά βρέξη ἕνα πανί καί μέ φροντίδα τό ἀκουμποῦσε στά χείλη τῶν παιδιῶν πού εἶχαν περισσότερη ἀνάγκη.
Μαρτυρίες λένε ὅτι ἀπενεργοποίησε καί δύο ἀπό τούς ἐκρηκτικούς μηχανισμούς πρίν ἀπ᾽ τήν εἰσβολή τῶν Ρώσων κομάντο στίς 3 Σεπτεμβρίου.
Ἡ τελευταία πράξι τῆς ζωῆς του ἦταν ὅταν ὅρμησε μπροστά στά παιδιά μέ τό σῶμα του, γιά νά τά προστατεύση ἀπ᾽ τά πυρά τῶν τρομοκρατῶν τήν ὥρα τῆς μάχης. Τά παιδιά σώθηκαν καί πήδηξαν ἀπ᾽ τό παράθυρο, ἐκεῖνος ὅμως ἄφησε ἐκεῖ τήν τελευταία του πνοή.
Ὁ ἡρωισμός τοῦ Ἰβάν Κανίδη ἔγινε γνωστός σέ ὅλο τόν πλανήτη, καί μετά θάνατον τοῦ ἀπονεμήθηκε ὁ τίτλος τοῦ “Προστάτη τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων”»(ΣΑ, 25). <>
«Πατέρας τεσσάρων παιδιῶν ἀπό τίς Φιλιππῖνες. Αὐτός ὁ ὑπέροχος ἄνθρωπος δέν διστάζει νά σηκώση στούς ὤμους του καί νά μεταφέρη βαρειά σακιά, ἄν καί ὁ ἴδιος γιά νά μπορέση νά μετακινηθῆ χρησιμοποιεῖ πατερίτσες. Δυστυχῶς, τό ὄνομά του καί ἡ πόλι στήν ὁποία ζῆ δέν ἀναφέρθηκαν στήν ἀνάρτησι. Ἔστω καί ἔτσι, ὅμως, ἡ φωτογραφία πού κυκλοφορεῖ ἔχει τή δύναμι νά μᾶς βοηθήση νά συνειδητοποιήσουμε τίς θυσίες πού εἶναι διατεθειμένος νά κάνει ἕνας γονιός γιά τό παιδί του. Ἀξίζει τά συγχαρητήρια ὅλων μας!»(ΣΑ, 26). <>
«Ἡ σκηνή διαδραματίζεται σέ κάποιο γραφεῖο. Παρόντες μερικοί κληρικοί καί λαϊκοί. Συζητοῦν γιά κάποιον ἡλικιωμένο, πού ζῆ μόνος κι ἔρημος, ἄρρωστος, ἀνήμπορος καί πεινασμένος σ᾽ ἕνα ἐρειπωμένο σπίτι. Εἶναι σχεδόν παράλυτος, τό σῶμα του ἔχει ἀνοίξει καί, τό χειρότερο, οἱ πληγές ἀφήνουν μιά φοβερή δυσοσμία.
—Κάτι πρέπει νά κάνουμε, εἶπε ὁ ἕνας.
—Νά τόν πᾶμε στό γηροκομεῖο, εἶπε ὁ ἄλλος.
Καί ὁ τρίτος συμπλήρωσε:
—Μά πῶς νά τόν πᾶμε; Μυρίζει φοβερά. Ὄχι μόνο μέσα στό σπίτι του δέν μπορεῖς νά μπῆς, ἀλλά καί ἀπ᾽ ἔξω νά περάσης. Τόσο ἔντονη ἡ δυσοσμία! Πρέπει κάποιος νά τόν πλύνη ἀλλά ποιος;
Ἡ συζήτησι σταμάτησε ἐκεῖ. Δύσκολο κάποιος νά ἀποφασίση νά κάνη μιά τέτοια θυσία. Φάνηκε πρός στιγμήν ὅτι ὁ ἄνθρωπος αὐτός θά ἀφεθῆ στή μοίρα του...
Εὐτυχῶς! Ὑπάρχουν ἀκόμη καί σήμερα εὐαίσθητες καρδιές. Τή συζήτησι ἄκουσε κι ὁ νεαρός διάκος τοῦ Μητροπολίτη. Δίχως ἀναβολή, καί χωρίς νά πῆ τίποτε σέ κανένα, πῆρε τά ἀπαραίτητα σύνεργα καί κατέφθασε στό σπίτι τοῦ γέροντα. Πράγματι. Ἡ δυσοσμία φοβερή. Τό διακόνημα πολύ δύσκολο. Ἀλλά μέ τήν ἀγάπη ὅλα γίνονται πιό εὔκολα. “Χωρίς την ἀγάπη ὅλα εἶναι δύσκολα”, ἔλεγε ὁ Ἅγ. Σιλουανός.
Καί ὁ νεαρός διάκονος “ἐγείρεται... τίθησι τά ἱμάτια, καί λαβών λέντιον διέζωσεν ἑαυτόν. Εἶτα βάλλει ὕδωρ εἰς τόν νιπτῆρα καί ἤρξατο νίπτειν” τόν ἐλάχιστο ἀδελφό τοῦ Ἰησοῦ, “καί ἐκμάσσειν τῷ λεντίῳ ᾧ ἦν διεζωσμένος”(Ἰω 13, 5-6). <>
Ἡ ἀγάπη ἔκανε το θαῦμα της. Καί ὁ γέροντας ἕτοιμος καί καθαρός μεταφέρθηκε στό γηροκομεῖο.
Τό γεγονός αὐτό ἔμεινε κρυφό. Δέν διαφημίστηκε καθόλου. Ἐλάχιστοι το ἔμαθαν.
Ὁ διάκονος αὐτός δέν ἦταν ἄλλος ἀπ᾽ τό μακαριστό Μητροπολίτη Ναυπάκτου Νικόδημο πού δυστυχῶς ἔφυγε πρόωρα»(ΣΑ, 27). <>
«Ἡ κυρία Ἀσημίνα ἦταν ἀπ᾽ τούς πρώτους ἀνθρώπους τούς ὁποίους γνωρίσαμε ἀπ᾽ τή μέρα πού ἐγκατασταθήκαμε στό Σαγματά. Ἄνθρωπος μέ πίστι, μέ φοβερή ἐργατικότητα καί κυρίως ἄνθρωπος προσφορᾶς. Δούλευε σκληρά γιά νά μεγαλώση μέ ἀξιοπρέπεια τά ὀκτώ παιδιά τά ὁποῖα τῆς χάρισε ὁ Θεός. Τό μοναστήρι τό ἀγαποῦσε σάν τό σπίτι της, καί ὅποτε ἐρχόταν, ἔπεφτε μέ τά μοῦτρα στή δουλειά, νά καθαρίση, νά πλύνη, νά γυαλίση...
Ἀπ᾽ τά πολλά περιστατικά θά ἀναφερθῶ σ᾽ ἕνα μόνο πού τό θυμόμαστε μέ πολλή συγκίνησι. Ἦταν ἀπ᾽ τά πρῶτα χρόνια καί δέν εἴχαμε ἐξοικειωθῆ μέ τίς συνθῆκες καί κυρίως τά ἀκραῖα καιρικά φαινόμενα. Ἠλεκτρικό δέν ὑπῆρχε, τό τηλέφωνο ἐναέριο κοβόταν μέ τό παραμικρό καί ὁ δρόμος ἔκλεινε συχνά μέ τά χιόνια.
Κάποιο Σάββατο πρωϊ, ξυπνήσαμε μέσα στά χιόνια, σχεδόν ἕνα μέτρο ἐνῶ σέ μερικά σημεῖα πού ὁ ἄνεμος τό σώριαζε, ξεπερνοῦσε καί τά δύο μέτρα. Δέν εἴχαμε μεριμνήσει νά ἐφοδιαστοῦμε τά ἀναγκαῖα καί τό μεσημέρι ἀνακαλύψαμε ὅτι εἶχε τελειώσει τό ψωμί. Ὑπῆρχαν μόνο δύο φέτες. Ὁ Γέροντας μᾶς εἶπε νά τίς κρατήσουμε. Ἀφοῦ δέν εἴχαμε πρόσφορο, θά λειτουργούσαμε μέ αὐτό τό λίγο ψωμί πού εἴχαμε. Γιά φαγητό κάτι θά βρίσκαμε, καμμία κονσέρβα, λίγες ἐλιές, ὄσπρια κλπ..
Πέρασε ἡ μέρα καί ἦρθε τό βράδυ. Τό χιόνι νά πέφτη ἀσταμάτητα. Γύρω στίς 9 μ.μ. ἀκοῦμε τό καμπανάκι. Νομίσαμε στήν ἀρχή ὅτι χτύπησε ἀπ᾽ τόν ἀέρα ἤ κάθισε στό σχοινί κάποιο νυχτοπούλι. Ὅμως, συνέχισε. Καταλάβαμε τελικά ὅτι κάποιος εἶχε ἔλθει, πρᾶγμα ἐντελῶς ἀπίθανο. Ἀνοίξαμε τήν ἐξώπορτα καί τί νά δοῦμε; Ἡ κυρία Ἀσημίνα κάτασπρη, παγωμένη, μέ μιά φωνή πού μόλις ἔβγαινε. Τήν βάλαμε στό ἀρχονταρίκι νά ζεσταθῆ. Σάν συνῆλθε μᾶς εἶπε τό λόγο. Μᾶς σκεφτόταν ἔντονα καί ἀναρωτιόταν ἄν θά ἔχουμε νά φᾶμε κάτι. Ἔτσι ζύμωσε ψωμί, ἕνα πρόσφορο, καί μαγείρεψε μιά κατσαρόλα ντολμαδάκια. Κάποιος τήν ἔφερε μέ τό αὐτοκίνητο μέχρι τό χωριό καί ἀπό ἐκεῖ μέ τά πόδια, κρατώντας τήν κατσαρόλα καί τό ψωμί. Ἡ ἀπόστασι εἶναι πεντέμισι χιλιόμετρα ἀνηφόρα. Μέ καλές καιρικές συνθῆκες λίγοι τό ἐπιχειροῦν, ἀλλά μέ τέτοια κακοκαιρία κανείς δέν θά τό τολμοῦσε. Καθώς ἀνέβαινε, τό χιόνι ἄρχισε νά πυκνώνη. Ἐνάμισι χιλιόμετρο πριν τό μοναστήρι, δέν ἀντεξε. Ἔκανε ἕνα λάκκο μέ τό χιόνι καί σκέπασε τήν κατσαρόλα καί τό ψωμί, γιά νά τά προφυλάξη ἀπ᾽ τά ζῶα. Συνέχισε μέ πολύ δυσκολία κι ἔφτασε στό μοναστήρι. Εἴχαμε μείνει μέ ἀνοιχτό τό στόμα. Δύο ἀπ᾽ τούς πατέρες κατέβηκαν νά πάρουν τά πράγματα. Ἔτσι χάρι στή θυσία της εἴχαμε καί φαγητό, ἀλλά καί πρόσφορο γιά τήν Κυριακάτικη Λειτουργία»(ΣΑ, 28). <>
«Ἡ μικρή Σοφία Τσαχουρίδου, μαθήτρια τῆς πέμπτης τάξεως τοῦ δημοτικοῦ, ποτέ της δέν εἶχε βγεῖ ἔξω ἀπ᾽ τά στενά ὅρια τοῦ χωριοῦ της, τήν Ἀδριανή Δράμας. Ὡστόσο ἕνα πρωϊνό, σάν μέσα σέ ὄνειρο, βρέθηκε στό Λονδίνο μαζί μέ τούς ἐργάτες γονεῖς της, φιλοξενούμενοι ὅλοι τους τῆς πριγκίπισσας.
Τί εἶχε συμβεῖ; Ἁπλούστατα, ἡ Σοφία ἐπιλέχθηκε ἀπ᾽ τό ὑπουργεῖο Παιδείας, ἀνάμεσα σέ χιλιάδες ἄλλα ἑλληνόπουλα, νά ἐκπροσωπήση τή χώρα μας στήν ἐκδήλωσι “The Children of Europe”, ὅπου ἡ Diana βραβεύει δώδεκα παιδιά —ἕνα ἀπό κάθε χώρα μέλος τῆς ΕΟΚ— γιά μιά καλή τους πράξι.
Τό μάθημα ἀνθρωπιᾶς πού ἔδωσε στούς συγχωριανούς της, ἀλλά καί σέ ὅλους μας, ἦταν ὅτι ἐπί τέσσερεις μῆνες φρόντιζε μιά κατάκοιτη ἀνήμπορη ἡλικιωμένη, πού ζοῦσε μόνη της.
Ὅταν ἡ Diana τή ρώτησε γιατί τό ἔκανε, χωρίς δισταγμό καί χωρίς νά τό σκεφτῆ δεύτερη φορά, ἀπάντησε:
—Οἱ γονεῖς καί οἱ δάσκαλοί μου μοῦ ἔμαθαν νά ἀγαπῶ τούς συνανθρώπους μου καί νά βοηθῶ τούς ἀνήμπορους. Τή γιαγιά τή λυπόμουν, ἦταν μόνη της, γι᾽ αὐτό καί τή βοηθοῦσα...
Ἡ γιαγιά, ἡ 77χρονη Σοφία Κανσουζόγλου, μάνα 6 παιδιῶν πού ζοῦν σέ μεγαλοπόλεις, ἔμενε μόνη της σ᾽ ἕνα σπιτάκι πού τῆς ἔχτισαν τά παιδιά της στό χωριό. Πρίν ἀπό μερικούς μῆνες τραυματίστηκε στό πόδι καί αὐτό τήν “ἔριξε” στό κρεββάτι.
Βοήθεια δέν εἶχε ἀπό κανέναν. Ἴσως νά μήν εἶχε ἀντέξη, ἄν δέν ἦταν ἡ μικρή μαθήτρια πού ἔγινε ὁ φύλακας ἄγγελός της.
—Ἡ γιαγιά ἔμενε κοντά στό σπίτι μας, ἐξηγεῖ ἡ Σοφία. Καί ἤξερα ὅτι ἦταν ἄρρωστη. Ἔτσι, κάθε μέρα, μόλις σχολοῦσα ἀπ᾽ τό σχολεῖο, πήγαινα στό σπίτι της. Τό καθάριζα, ἄναβα τή σόμπα γιά νά μήν κρυώνη, τῆς ζέσταινα τό φαγητό, ἔκανα τά ψώνια της καί τῆς κρατοῦσα παρέα. Ἦταν φίλη μου. Τῆς ἔλεγα τά δικά μου καί μοῦ ἔλεγε ἱστορίες ἀπ᾽ τά παλαιά...
Αὐτό κράτησε τέσσερεις μῆνες, ὥσπου μιά ἀπ᾽ τίς κόρες τῆς κυρα-Σοφίας, τήν πῆρε κοντά της»(ΣΑ, 31). <>
«Ἀπίστευτο καί ὅμως ἀληθινό: Ἕνα κοριτσάκι μόλις τεσσάρων ἐτῶν ἀντιμετωπίζεται ὡς ἡρωΐδα σέ περιοχή τῆς Ρωσίας, διότι περπάτησε μίλια στήν παγωμένη ἐρημιά τῆς Σιβηρίας γιά νά βοηθήσει τή γιαγιά της. {...} Ἡ Saglana Salchak ζοῦσε μέ τόν παπποῦ καί τή γιαγιά της σέ μιά ἀπομακρυσμένη φάρμα στήν Tuva, βαθιά στό δάσος τῆς taiga, πάνω ἀπό 12 μίλια ἀπ᾽ τό κοντινότερο χωριό καί 5 μίλια ἀπ᾽ τόν κοντινότερο γείτονα. Μιά ἡμέρα, λοιπόν, τό κοριτσάκι ξύπνησε καί διαπίστωσε ὅτι ἡ 60χρονη γιαγιά της ἦταν ἀκίνητη. Ἀφοῦ μίλησε μέ τόν τυφλό παπποῦ της, ἀποφάσισε νά περπατήση ὡς τό κοντινότερο σπίτι γιά νά ζητήση βοήθεια {...}. Μέ ἕνα κουτάκι σπίρτα ὡς μοναδικό “ὅπλο”, σέ περίπτωσι πού θά χρειαζώταν νά ἀνάψη φωτιά, ἡ 4χρονη ἄρχισε νά περπατάη μέσα στή σκοτεινιά τίς πρῶτες πρωϊνές ὧρες, μέ τή θερμοκρασία νά φτάνει τούς -34 βαθμούς Κελσίου. Τῆς πῆρε ἀρκετές ὧρες γιά νά καλύψη τά 5 μίλια μέχρι τό κοντινότερο σπίτι, εἶναι δέ ἀπορίας ἄξιο τό ὅτι δέν κόλλησε στό χιόνι, τό ὁποῖο σέ ἀρκετά σημεῖα ξεπερνᾶ τή μέση τοῦ ἀνθρώπου, καί δέν συναντήθηκε μέ λύκους, πού κυκλοφοροῦν στήν περιοχή. {...} Ἡ Saglana παραλίγο νά συνεχίσει νά περπατᾶ, ὅταν πλησίασε στό σπίτι πού ἤθελε νά πάη, καθώς δέν τό εἶδε καί γιά καλή της τύχη κάποιος κάτοικος τήν εἶδε νά περνᾶ. Ἀμέσως κάλεσαν γιατρό ἀπ᾽ τό χωριό, ὁ ὁποῖος τήν ἐξέτασε καί μετά πῆγε στό σπίτι της. Ἐκεῖ διαπίστωσε ὅτι ἡ γιαγιά τοῦ κοριτσιοῦ εἶχε πεθάνει ἀπό καρδιακή ἀνακοπή»(ΣΑ, 34). <>
Ἀναφέρει ὁ Ἀθανάσιος Κλείτσας: «Ὀνομάζεται Mohamed Bzeek. Στά 62 του διαγνώστηκε μέ καρκίνο τοῦ ἐντέρου. Πολέμησε τήν κακιά ἀρρώστια, πάλεψε μέ τίς πιθανότητες καί —ὦ τοῦ θαύματος— βγήκε νικητής...!!! Ἔγινε ἐντελῶς καλά ἀβοήθητος —ἡ γυναίκα του εἶχε ἤδη πεθάνει καί ὁ γυιός του ἔχει κάποιου εἴδους σοβαρή ἀναπηρία. Στό νοσοκομεῖο πού βρισκόταν, διαπίστωσε ὅτι πολλά παιδάκια στό τελευταῖο στάδιο τοῦ καρκίνου ἀφήνονταν ἀπ᾽ τούς γονεῖς τους νά πεθάνουν κυριολεκτικά μόνα τους. Ἦταν μια ἀλήθεια, πού τόν ἐξέπληξε καί ταυτόχρονα τόν πείσμωσε. Μόλις ἔδιωξε ἀπό πάνω του καί τά τελευταῖα σημάδια τῆς νόσου, ἀποφάσισε τό ἀπίστευτο: νά υἱοθετήση ὅσα παιδιά ἐγκαταλείπονται στά νοσοκομεῖα ἀπ᾽ τούς γονεῖς τους ἀβοήθητα, γιά νά πεθάνουν μόνα τους. Καί τό ἔκανε εὐχαρίστως καί χωρίς ὑπολογισμούς. Ὥς τώρα ἔχουν πεθάνει στή μεγάλη του ἀγκαλιά 10 παιδιά. Δέκα ἐγκαταλειμμένες παιδικές ψυχές, πρῖν ἀφήσουν τό θνητό καί σακατεμένο ἀπ᾽ τήν ἀρρώστια κορμάκι πού τούς ἔλαχε, ἔνιωσαν ζεστασιά καί ἀπέραντη ἀγάπη. Δέκα παιδικά φαλακρά ἀπ᾽ τίς χημειοθεραπείες κεφαλάκια, ἔνιωσαν ἕνα τρυφερό χάδι, ἀντί γιά τό ψυχρό μαξιλάρι τοῦ νοσοκομείου.»(ΣΑ, 41). <>
«Ἡ 76χρονη Shi Yuying δέν διστάζει νά περπατάη 15 μίλια κάθε μέρα γιά νά μή χάση τό σχολεῖο ὁ ἐγγονός της που εἶναι καθηλωμένος σέ ἀναπηρικό ἁμαξίδιο. Αὐτή ἡ γυναίκα ἀπ᾽ τήν Κίνα ἔχει μεγάλη δύναμι ψυχῆς! Ὁ ἐγγονός ἀπό μικρή ἡλικία ἔχει ἕνα πρόβλημα πού δέν τοῦ ἐπέτρεπε νά μιλήση, ἐνῶ ἀκόμα δέν ἔχει καταφέρει νά περπατήση.
Τό 9χρονο παιδί πού εἶδε τούς γονεῖς του νά χωρίζουν, τή μητέρα του νά ἀρχίζη μιά νέα ζωή μακρυά του καί τόν πατέρα του νά πηγαίνη σέ ἄλλη πόλι γιά νά βρῆ δουλειά, μεγαλώνει μέ τή γιαγιά του. Ἡ 76χρονη γιαγιά Shi Yuying προσέχει τόν ἐγγονό της σάν τά μάτια της καί δέν κουράζεται ποτέ νά περπατάη 15 μίλια γιά νά πάη στό σχολεῖο τό μικρό: “Ὅσο ἔχω δύναμι, θά τόν προσέχω καί θά τόν πηγαίνω στό σχολεῖο»(ΣΑ, 42). <>
«Ὁ Ἀρχιμ. Ἰωάννης Χαιρόπουλος, ἱερατικῶς προϊστάμενος τῆς Κοινότητας Ἁγ. Παρασκευῆς Long Island, δέν δίστασε νά προσφέρη τό ἕνα του νεφρό σέ 16χρονο ἀγόρι, πού ἀντιμετώπιζε πρόβλημα ἐπιβιώσεως. Ἡ γνωστοποίησι τοῦ γεγονότος ξεκίνησε, ὅταν ὁ Μακαριστός Ἐπίσκοπος κ. Ἀντώνιος, διευθυντής τοῦ φιλανθρωπικοῦ τμήματος τῆς Ἑλληνορθόδοξης Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀμερικῆς ἔστειλε ἐπιστολή-ἔκκλησι πρός ὅλους τούς ἱερεῖς καί τό λαό σχετικά μέ τό πρόβλημα τοῦ 16χρονου. Ὁ π. Ἰωάννης εὐαισθητοποιήθηκε ἀμέσως καί προχώρησε στή δωρεά. Μετά τήν ἐπιτυχῆ μεταμόσχευσι ἔσπευσε νά ἐπισκεφθῆ τό νεαρό Μιχάλη, γιά νά τόν γνωρίση καί νά τόν εὐχαριστήση, ὅπως εἶπε, γιά τήν εὐκαιρία τήν ὁποία τοῦ ἔδωσε νά τόν βοηθήση!»(ΣΑ, 46). <>
«Κάποτε ἕνας προσκυνητής στό Ἅγ. Ὄρος ἔθεσε σέ πολλούς Γέροντες τό ἐρώτημα:
—Τί εἶναι σπουδαιότερο στή ζωή μας;
Ὅλοι τοῦ ἀπαντοῦσαν:
—Εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, νά ἀγαπᾶς τό Θεό καί τόν πλησίον σου.
Σκέφθηκε:
—Δέν ἔχω ἀγάπη οὔτε γιά προσευχή, οὔτε γιά τό Θεό, οὔτε γιά τούς ἄλλους. Τί νά κάνω;
Καί ὕστερα μόνος του ἀποφάσισε:
—Θά ἐνεργῶ σάν νά εἶχα αὐτή τήν ἀγάπη.
Τριάντα χρόνια ἀργότερα τό Ἅγ. Πνεῦμα τοῦ ἔδωσε τή χάρι τῆς Ἀγάπης...»(ΣΑ, 47). <>
«Ἀρχές τῆς δεκαετίας τοῦ 1950. Δέν εἶχε ἀκόμη καλά-καλά συνέλθει ὁ τόπος μας ἀπ᾽ τόν πόλεμο, τήν κατοχή, τόν ἐμφύλιο, ὅταν ξέσπασε ὁ πόλεμος στήν Κορέα. Ἡ Ἑλλάδα ἔστειλε τότε ἐκστρατευτικό σῶμα καί πολλοῖ, βέβαια, δέν γύρισαν πίσω. Ὅταν γινόταν ἡ ἐπιλογή, σέ κάποια μονάδα ἐπέλεξαν κάποιον στρατιώτη, που νομίζω ἦταν καί παντρεμένος. Ἕνας συστρατιώτης του ὅταν τό ἔμαθε, ἔκανε ἐνέργειες νά γίνη ἀλλαγή καί νά πάη ὁ ἴδιος στή θέσι του. Ὅταν ρωτήθηκε, δικαιολόγησε τήν πράξι του λέγοντας, ὅτι εἶχε ἀποφασίσει νά γίνη μοναχός.
—Κι ἄν σκοτωθῶ δέν τρέχει τίποτε. Ἐσύ, ὅμως, ἔχεις οἰκογένεια!
Ὁ στρατιώτης αὐτός πῆγε στή μακρινή αὐτή χώρα, ἔζησε τή φρίκη τοῦ πολέμου, ταλαιπωρήθηκε ἀφάνταστα. Ἡ χάρι τοῦ Θεοῦ τόν διαφύλαξε κι ἐπέστρεψε σῶος.
Ἀργότερα χειροτονήθηκε διάκονος, ἱερέας καί τό 1974 ἐξελέγη Μητροπολίτης Νέας Σμύρνης. Πρόκειται γιά τόν Μακαριστό Χρυσόστομο Βούλτσο, μια ξεχωριστή προσωπικότητα που ἔκρυβε τήν ἀρετή του μέ μία σαλότητα. Μακάρι κάποιος νά βρεθῆ καί νά γράψη γιά τή ζωή του καί ἰδιαίτερα γιά ὅσα ἔκανε ἐν κρυπτῷ...»(ΣΑ, 53). <>
«Εἶχα ἀργήσει καί ἤμουν βιαστικός. Ἡ κυκλοφορία ἦταν στήν αἰχμή της. Προσπάθησα νά βρῶ ἕνα ταξί, ἀλλά ὅλα ἦταν γεμάτα. Τέλος φάνηκε ἕνα μέ μόνο ἕνα ἐπιβάτη δίπλα στόν ὁδηγό. Τοῦ ἔγνεψα καί μέ πῆρε. Πήγαινε πρός Παγκράτι, εἶπε, ἀλλά θά πέρναγε κοντά ἀπ᾽ τόν προορισμό μου καί μποροῦσε νά μέ διευκολύνη.
Μιά καί ἡ μεγάλη κυκλοφοριακή κίνησι εἶχε καί τά σταματήματα καί τίς ὑπομονετικές καθυστερήσεις, πιάσαμε τήν κουβέντα.
Ὁ ὁδηγός ἦταν ἕνας γεροδεμένος ἀθλητικός ἄνθρωπος περίπου 45-50 ἐτῶν καί μιλοῦσε στρωτά καί ἤρεμα. Μοῦ ἔκανε ἰδιαίτερη ἐντύπωσι. Τό στρογγυλό καί καλοσυνάτο πρόσωπό του μοῦ θύμισε κάποιο καθηγητή πού εἶχε ἡ κόρη μας σέ μιά σχολή πού φοιτοῦσε καί τόν ρώτησα ἄν εἶχε σχέσι μέ τόν τάδε καθηγητή.
—Ὄχι, μοῦ ἀπάντησε, ἀλλά καί ἐγώ καθηγητής εἶμαι...
—Σέ ποιά σχολή;, ρώτησα.
—Στή Νομική Σχολή τοῦ Παν/μίου Ἀθηνῶν, μοῦ ἀπάντησε.
Καί ἐνῶ ἐγώ ἀποροῦσα συνέχισε:
—Ὁ γείτονάς μου πού ἔχει αὐτό τό ταξί εἶναι ἄρρωστος καί ὁ ἄνθρωπος ἔχει γραμμάτια νά ξεπληρώση, ἀλλιῶς θά χάση τό ταξί καί τό ψωμί του μαζί... Λοιπόν μέχρι νά γίνη καλά, προσφέρθηκα νά ὁδηγῶ ἐγώ τό ταξί του γιά νά μπορέση νά πληρώση τό γραμμάτιο μέχρι νά γίνη καλά ὁ ἄνθρωπος, εἶπε χαμογελώντας.
Σέ λίγο ἔπρεπε νά βγῶ. Σταμάτησε καί τόν πλήρωσα.
—Συγχαρητήρια, κύριε καθηγητά!»(ΣΑ, 53). <>
Διηγεῖται ὁ Θ. Βγόντζος: «Χρόνια ὑπέφερε ἀπ᾽ τήν καρδιά του ὁ κυρ-Λεωνίδας ὁ ταξιτζής. Ἄν καί ἄρρωστος συνέχιζε τή δουλειά του γιά νά ζήση, νά “προικίση”, νά ἀποκαταστήση τά τρία κορίτσια του.
Ἰδιαίτερα οἱ γιατροί τοῦ εἶχαν ἀπαγορέψει τά θαλασσινά μπάνια. Ἔβλεπε τή θάλασσα, μά δέν μποροῦσε νά χαρῆ τήν ἁλμύρα της.
Τό εἶχε κρυφό μαράζι ὁ κυρ-Λεωνίδας. Κάποιο Δεκέμβριο βρέθηκε στήν παραλία τῆς Ραφήνας. Ἔκανε ἕνα περίπατο στήν ἀμμουδιά της. Ἡ θάλασσα ταραγμένη. Τεράστια τά κύματα. Ξαφνικά ἀκούει μιά κραυγή:
—Παναγία μου! Βοήθειααα! Τό κορίτσι μου πνίγεται!
Βλέπει μιά γυναίκα νά “σκούζη”, νά φωνάζη, νά σέρνεται, νά ὀλοφύρεται.
Ἔτρεξε μέ ὅλη του τή δύναμι πρός τή μητέρα.
—Τό μονάκριβο μου! Πνίγεται! Δές το!
—Ποῦ εἶναι;
—Νά το! Νά το! Τό παρασέρνουν τά κύματα!
Ὁ κυρ-Λεωνίδας πετάει τό σακάκι του, κάνει τό σταυρό του.
—Ὦ! Θεέ μου βοήθα με!
Ρίχνεται στά παγωμένα νερά! Νιώθει πόνους σάν “μαχαίρια” στό στῆθος! Προχωρεῖ, προχωρεῖ... Ἁρπάζει τό κοριτσάκι καί τό βγάζει ἔξω. Ἀμέσως σωριάζεται λιπόθυμος. Πολλοί ἔτρεξαν! Κάποιος τόν μετέφερε σ᾽ ἕνα κοντινό ἰατρεῖο! Ἦταν πολύ ἀργά. Ὁ κυρ-Λεωνίδας εἶχε ξεψυχήσει. Ἔδωσε τή ζωή του, γιά νά σώση ἕνα μικρό, ἄγνωστο κοριτσάκι.
Ἡ αὐτοθυσία τρέφει τήν ἀγάπη»(ΣΑ, 56). <>
«Στίς 23 Μαρτίου 2018 ἕνας ἀντισυνταγματάρχης τῆς γαλλικῆς ἀστυνομίας, ὁ Arnaud Beltrame, κατά τήν τρομοκρατική ἐπίθεσι στήν κωμόπολη Trèbes τῆς νότιας Γαλλίας, ζήτησε ἀπ᾽ τόν ἰσλαμιστή τρομοκράτη νά ἀπελευθερώση τήν ταμία τοῦ super market τήν ὁποία κρατοῦσε ὅμηρο, καί νά πάρη ἐκεῖνον στή θέσι της. Ὁ Beltrame πῆρε πράγματι τή θέσι τῆς Julie Grand καί ἔτσι ἔχασε τή ζωή του σέ ἡλικία σαράντα τεσσάρων ἐτῶν, ἐνῶ ἑτοιμαζόταν νά παντρευτῆ! Ἡ θυσία του συγκίνησε βαθειά τή Γαλλία, ἔχουν ἐκδοθῆ ἕξι βιβλία γι᾽ αὐτόν, ἐνῶ πολλοί δρόμοι καί πλατεῖες ἔχουν πάρει τό ὄνομά του.
Δέν εἶναι καθόλου ἀσήμαντη καί μιά λεπτομέρεια πού περιέχεται στό πρόσφατα ἐκδοθέν (Ἰανουάριος 2024) βιβλίο τῆς γυναίκας πού σώθηκε, μέ τίτλο: Ἡ Ζωή του γιά τή Δική μου. Λίγες ἑβδομάδες μετά τό τρομοκρατικό χτύπημα ἡ Julie Grand ἔλαβε μιά ἐπιστολή ἀπό ἕνα ἄγνωστο ἱερέα, πού ἦταν ὁ πνευματικός τοῦ Beltrame καί τόν προετοίμαζε γιά τό θρησκευτικό του γάμο. Ἀπ᾽ αὐτόν ἔμαθε ὅτι ὁ Beltrame εἶχε μεταστραφῆ στήν Χριστιανική Πίστη στά τριάντα τρία του χρόνια. Ἡ Julie πῆγε νά συναντήσει τόν ἱερέα στό μοναστήρι του, καί ἄρχισε σιγά σιγά καί ἡ δική της μεταστροφή στό Χριστιανισμό, τόν ὁποῖο μέχρι τότε ἀγνοοῦσε καί χλεύαζε. Τόν Ἀπρίλιο τοῦ 2023 ἡ Julie βαφτίστηκε καί ὕστερα ἀπό λίγους μῆνες παντρεύτηκε.
Εἶναι φανερό ὅτι ἡ γυναῖκα αὐτή ἔγινε Χριστιανή ὄχι ἐπειδή ἁπλῶς σώθηκε ἡ ζωή της, ἀλλά ἐπειδή εἶδε τό... Φῶς τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Χριστοῦ στή θυσιαστική μέχρι θανάτου ἀγάπη ἑνός πρώην ἀθέου συνανθρώπου της. Κατάλαβε ὅτι ἕνας Θεός πού δίνει τέτοια δύναμι αὐταπαρνήσεως σέ κάποιον πού Τόν πιστεύει ἀληθινά, δέν μπορεῖ παρά νά εἶναι Ἀληθινός καί γιά πάντα ζωντανός! Ἔτσι πίστεψε κι αὐτή ὅτι ὁ Σταυρός τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ μόνη ἀληθινή πηγή αἰώνιας ζωῆς καί χαρᾶς»(ΣΑ, 64). <>
«Πρόκειται γιά ἕνα τραυματία ἀπό ἄνθρωπο τῆς 17 Νοέμβρη. Οἱ γιατροί διεπίστωσαν ὅτι ἔπρεπε νά χειρουργηθῆ. Ὅμως, ὁ ἄνθρωπος, ὅπως λέει ὁ κ. Κέκης, βρισκόταν σέ φοβερή ἀγωνία ἀπ᾽ τό σόκ τῆς ἐπιθέσεως. “Ἡ ἀναισθησιολογική ὁμάδα ἀρνήθηκε νά τόν κοιμήση ἀμέσως, διότι ὁ ἄρρωστος ἦταν κάτωχρος, εἶχε φοβερούς ψυχρούς ἱδρῶτες, καί ἕνα δέρμα παγωμένο, ὅπως τοῦ πεθαμένου”. Ὁ Καθηγητής κ. Κέκης πῆγε καί κάθισε κοντά του. Καί συνεχίζει: “Τόν ἄρρωστο δέν τόν γνώριζα προσωπικά. Τόν ἤξερα ἔμμεσα. Γνώριζα ἕνα κομμάτι ἀπ᾽ τή ζωή του καί αὐτό ἐκμεταλλεύτηκα. Ὅπως καθόμουν κοντά του, πλάι στό προσκέφαλό του, σκούπισα μέ μιά γάζα τό μέτωπο, τοῦ ἔβρεξα τά στεγνά του χείλη καί τοῦ μίλησα σταθερά, ἀργά, μέ ἠρεμία, λέγοντάς του:
—Κύριε Παπαδάκη, ξέρω καλά πώς ἐσεῖς εἶστε τακτικός ἐπισκέπτης καί προσκυνητής τοῦ Ἁγ. Ὄρους. Ἐσεῖς πιστεύετε στήν Παναγία καί τήν εὐλαβεῖστε. Γιατί, λοιπόν, ἔχετε ἀγωνία; Δέν πιστεύετε πώς σέ αὐτή τή στιγμή θά σᾶς βοηθήση, ἀφοῦ ὅλοι εἴμαστε ἐδῶ, γιά νά σᾶς βοηθήσουμε; Λοιπόν, κουράγιο, καί ἡ Παναγία πού τόσο τήν ἀγαπᾶτε, θά εἶναι καί αὐτή μαζί μας βοηθός.
Τοῦ ξανασκούπισα τό μέτωπο καί ἀπομακρύνθηκα. Δέν πέρασαν οὔτε δέκα λεπτά καί μοῦ λέει ἡ ἀναισθησιολόγος:
—Τί τοῦ ἔκανες καί συνῆλθε;
Δέν τῆς ἀπάντησα. Τί νά τῆς πῶ; Ἁπλῶς ἔφυγα νά ἑτοιμαστῶ γιά τό χειρουργεῖο”.
Κι ἔκλεισε τήν εἰσήγησί του ὁ κ. Κέκης μ᾽ ἕνα χαρακτηριστικό ἀπόσπασμα ἀπ᾽ τό βιβλίο τοῦ Γερμανοῦ χειρουργού Hans Killian Πίσω μας Στέκει ὁ Θεός:
“Πίσω ἀπό κάθε περιστατικό τῆς διηγήσεώς μου, κρύβεται τό πρόσωπο τοῦ Θεοῦ. Τίς πιό πολλές φορές σοβαρό. Ἀλλά πάντα γεμάτο καλοσύνη. Καί ἀκόμη, μερικές φορές, χαμογελαστό, μπροστά στῶν παιδιῶν Του τήν ἀδυναμία»(ΣΑ, 72). <>
«Γύρω στό 1948 φέρνουν στό νοσοκομεῖο “Σωτηρία” ἕνα τραυματία στρατιώτη. Τό χειρότερο, ὅμως, δέν ἦταν τό τραῦμα του, ὅσο μιά βαρειά καί προχωρημένης μορφῆς φυματίωσι τῶν πνευμόνων. Ἡ κλινική του κατάστασι ἦταν ἀπελπιστική. Ὁ ἴδιος φοβερά ἐξαντλημένος δέν μποροῦσε οὔτε τό δάκτυλό του νά κινήση. Σέ κατάστασι σχεδόν λήθαργου. Σέ μιά ἀπ᾽ τίς πρῶτες ἐπισκέψεις τους οἱ γιατροί σήκωσαν τά χέρια. Ἔβλεπαν ὅτι δέν ὑπάρχει ἐλπίδα καί παραιτήθηκαν. Εἶχαν ἄλλωστε πλῆθος τραυματιῶν λόγω τοῦ πολέμου. Ὁ ἄρρωστος τό κατάλαβε. Ἄρχισε νά συμβιβάζεται μέ τήν ἰδέα τοῦ θανάτου.
Τότε βρέθηκε ὁ φύλακας ἄγγελός του. Μία νοσοκόμα ἀδιαφόρησε γιά τήν καταδικαστική διάγνωσι καί παραίτησι τῶν γιατρῶν καί ἀποφάσισε νά κάνη κάτι. Ἕνας νεαρός γιατρός ὅταν τήν εἶδε νά ἀσχολῆται μέ τόν ἄρρωστο στρατιώτη, τῆς εἶπε:
—Τί ἀσχολεῖσαι; Ἄδικος κόπος.
Καί αὐτή ἀπάντησε.
—Αὐτός ὁ ἄνθρωπος πολέμησε γιά τήν πατρίδα. Δέν μπορῶ νά τόν ἀφήσω νά πεθάνη. Θά κάνω ὅ,τι περνάει ἀπ᾽ τό χέρι μου.
Ὁ ἄρρωστος μέσα στό λήθαργό του, ἄκουγε καί δέν πίστευε. Πῆρε θάρρος. Δέν μπορῶ νά ξέρω τί ἀκριβῶς ἔκανε αὐτή ἡ ἄγνωστη νοσοκόμα. Πάντως ὁ ἄρρωστος καί τραυματίας ἄρχισε νά συνέρχεται. Οἱ γιατροί ἔμειναν ἔκπληκτοι. Βλέποντας τήν ἀπροσδόκητη βελτίωσι, ἀσχολήθηκαν συστηματικά μαζί του. Ὁ στρατιώτης ἔμεινε στό νοσοκομεῖο τριάμισι χρόνια. Ἔφυγε ὑγιέστατος. Ἀργότερα παντρεύτηκε, ἔκανε οἰκογένεια, ἀπέκτησε τέσσερα παιδιά.
Ἦταν ὁ πατέρας μου...
Πολλές φορές μᾶς διηγεῖτο μέ συγκίνησι τήν ἱστορία αὐτή. Τή νοσοκόμα αὐτή πού τόν ἔσωσε δέν τήν ξαναεῖδε. Ὅταν τέλειωνε τή διήγησί του, ἔλεγε μέ παράπονο:
—Πόσο θά ἤθελα νά τή συναντοῦσα, νά τῆς πῶ ἕνα εὐχαριστῶ. Νά τῆς πεῖτε κι ἐσεῖς εὐχαριστῶ διότι χάρι σ᾽ αὐτήν ὑπάρχετε...
Τό καλό πού κάνουμε πάει πολύ μακρυά...»(ΣΑ, 73). <>
«—Παρακαλῶ, εἶναι ἕτοιμο τό χειρουργεῖο;
Ὁ Καθηγητής φόρεσε μέ προσεκτικές κινήσεις τά λαστιχένια του γάντια...
—Ὅλα ἕτοιμα;, ξαναρώτησε. Τί γίνεται μέ τό αἷμα;
Ἡ προϊσταμένη ἀπάντησε θετικά καί πρόσθεσε:
—Ἔχουμε τρεῖς φιάλες ἀπ᾽ τήν ὁμάδα αἵματος τοῦ ἀρρώστου. Ἐλπίζω νά μᾶς φθάση. Ἔχουμε κάνει στό μεταξύ ἐκκλήσεις καί ἀπ᾽ τό ραδιόφωνο. Ἴσως παρουσιαστῆ κανείς ἀκόμα αἱμοδότης, ἀπ᾽ τήν ὁμάδα τήν ὁποία θέλουμε...
—Πρέπει πάντως ν᾽ ἀρχίσουμε, εἶπε ὁ Καθηγητής.
Μπῆκε στό χειρουργεῖο μέ τούς βοηθούς του καί τίς ἀδελφές. Ἔγινε ἡ νάρκωσι. Πῆρε τό νυστέρι. Ἔριξε μιά ματιά στόν ἄρρωστο, πού κοιμόταν βαθειά. Ἦταν ἕνα παλικάρι πού ὑπηρετοῦσε τή θητεία του. Σκέφθηκε γιά μιά στιγμή τόν πατέρα καί τή μάνα πού ἀγωνιοῦσαν στόν προθάλαμο τοῦ χειρουργείου. Ἀκούμπησε προσεκτικά τήν αἰχμή τοῦ χειρουργικοῦ ἐργαλείου στό πονεμένο σημεῖο, καί χάραξε σταθερά τήν τομή.
Δύσκολη, πολύωρη ἡ ἐγχείρησι. Τό αἷμα πού ἔχουν, ὅσο πάει λιγοστεύει. Κάθε τόσο ἕνας ἀπ᾽ τούς βοηθούς ἤ ἡ προϊσταμένη βγαίνουν καί ρωτοῦν μήπως φάνηκε ἄλλος αἱμοδότης.
Γυρίζουν ὅμως μέ ἀρνητική τήν ἀπάντησι. Ὡστόσο, ὅμως, καί ἡ τελευταῖα φιάλη μέ τό αἷμα ἀρχίζει νά κατεβαίνη.
Μέσα στό χειρουργεῖο, ὅλοι ἀγωνιοῦν. Τί θά γίνη ὕστερα ἀπό λίγα λεπτά;
Ἐκείνη τή στιγμή ὁ νεότερος βοηθός, λίγος καιρός εἶναι πού πῆρε τό δίπλωμά του, λέει στόν Καθηγητή:
—Θά δώσω ἐγώ αἷμα, γιά νά συνεχισθῆ ἡ ἐγχείρησι. Ξέρετε, ἔχω τήν ὁμάδα αἵματος πού ζητᾶμε...
Ὅλοι τόν κοιτάζουν μέ θαυμασμό...
Φεύγει ἀπ᾽ τό χειρουργεῖο. Οἱ ἄλλοι συνεχίζουν τήν ἐπέμβασι.
Σέ λίγο, μιά καινούργια φιάλη αἵματος ἀντικαθιστοῦσε τήν ἀδειανή. Ἀργότερα φάνηκε καί ὁ γιατρός-αἱμοδότης. Κάπως καταβεβλημένος, βαθειά ὅμως χαρούμενος, πῆρε τή θέσι του δίπλα στόν Καθηγητή. Ἡ ἐγχείρηση ἦταν πιά στό τέλος...
Ὅταν πῆραν τόν ἄρρωστο ἀπ᾽ τό χειρουργεῖο, ὁ Καθηγητής καί οἱ συνάδελφοί του, τοῦ ἔσφιξαν τό χέρι.
—Σᾶς συγχαίρουμε, τοῦ εἶπαν»(ΣΑ, 75). <>
«Στή δεκαετία τοῦ 1980 ἡ τότε κυβέρνησι ἐπιχείρησε μιά γενική “ἀλλαγή” σέ πολλούς τομεῖς καί ἰδιαίτερα στόν τομέα ὑγείας. Ὁ νέος σχεδιασμός ὀνομάστηκε ΕΣΥ (Ἐθνικό Σύστημα Ὑγείας). <>
Ἕνας πραγματικά εὐφυής τίτλος. Δυστυχῶς, ὅμως, οἱ ἑκάστοτε κρατοῦντες δέν μποροῦν νά συνειδητοποιήσουν ὅτι καί τά εὐγενέστερα ὄνειρα καί τά ὡραιότερα σχέδια, καλοῦνται νά τά ὑλοποιήσουν ἄνθρωποι. Ἄν αὐτοί οἱ ἄνθρωποι δέν διαθέτουν εὐαισθησία, ἐντιμότητα, πνεῦμα αὐτοθυσίας, θά μετατρέψουν καί τό εὐγενέστερο ὄνειρο σέ ἐφιάλτη. Ἔτσι ἔγινε ἐν πολλοῖς καί μέ τό ΕΣΥ. Ὅπως ἔλεγε φίλος μου γιατρός, στόν ἀγώνα τοῦ ΕΣΥ μέ τό ΕΓΩ, ἐπικράτησε τό ΕΓΩ, διότι τό ΕΓΩ εἶναι ἀκαταμάχητο! Τό ΕΣΥ νικήθηκε...
Ἕνα ἀπ᾽ τά λάθη τοῦ νέου συστήματος, ἦταν ἡ περιφρόνησι καί ἡ παραγκώνισι τῶν παλαιῶν νοσηλευτριῶν. Ὅσες φορές ἐπισκέφθηκα ἤ νοσηλεύτηκα σέ κρατικά νοσοκομεῖα, πάντα στεκόμουν μέ δέος καί θαυμασμό ἀπέναντί τους. Δέν μπορῶ νά ξεχάσω μιά τέτοια νοσηλεύτρια, ἐντελῶς ἀφιερωμένη στό ἔργο της. Κάποιος ἀσθενής σέ τελευταῖο στάδιο καρκίνου, ὑπέφερε πολύ. Δέν εἶχε κάποιον συγγενή κοντά του. Ἦταν ἕνα βράδυ, νομίζω τό τελευταῖο του. Μόνος στό κρεββάτι τοῦ πόνου, νά βογκάη, νά ὑποφέρη. Ἡ νοσηλεύτρια αὐτή τέλειωνε τή βάρδια της. Ἦλθε κοντά του, τόν περιποιήθηκε, βλέποντάς τον νά ὑποφέρη κάθισε δίπλα του, τοῦ ἔπιασε τό χέρι. Πέρασε ὥρα καί αὐτή νά μήν φεύγη. Οὔτε κοίταξε ποτέ τό ρολόι της. Κάθισε ὅλη τή νύχτα! Τό πρωΐ πού ξύπνησα, ἦταν ἀκόμη ἐκεῖ δίπλα του μέ κόκκινα πρησμένα μάτια. Ἀναρωτήθηκα, ποιοί νόμοι ἰσχύουν γι᾽ αὐτή τή γυναίκα; Ποιά ὡράρια, ποιά “δικαιώματα”; Ποιό σύστημα ὑγείας μπορεῖ νά ἐπιβάλη τήν ὑπέρβασι, τή θυσία, τήν αὐταπάρνησι.
Δημιουργός τοῦ ΕΣΥ ἦταν ὁ Γ. Γεννηματάς. Ἕνας ἀπ᾽ τούς καλύτερους ὑπουργούς ὑγείας πού πέρασαν μέ εὐγενικά ὁράματα καί εὐαισθησίες. Πολύ ἀργότερα ἀναγνώρισε τό λάθος, πρᾶγμα πού ἐκμυστηρεύθηκε σέ γνωστό μου πρόσωπο:
—Τό μεγάλο μας λάθος ἦταν πού διώξαμε τίς “θεοῦσες”. Αὐτές πραγματικά ἔκαναν πολλή δουλειά καί ὀφείλαμε νά τούς τό ἀναγνωρίσουμε»(ΣΑ, 77).
<>
«Τό 1967 μιά θεία μου ἀρρώστησε ἀπό φυματίωσι. Νοσηλεύτηκε τότε σχεδόν ἕνα χρόνο στό Σισμανόγλειο καί δόξα τῷ Θεῷ θεραπεύτηκε. Ὅταν γύρισε σπίτι, μᾶς διηγεῖτο πολλές ἱστορίες ἀπ᾽ τό νοσοκομεῖο, πού τότε φιλοξενοῦσε πολλούς φυματικούς. Μεταξύ τῶν ἄλλων μᾶς μιλοῦσε μέ ἐνθουσιασμό καί συγκίνησι γιά τήν αὐταπάρνησι τῶν νοσοκόμων. Τίς Κυριακές ἐκκλησιαζόταν στό παρεκκλήσι τοῦ νοσοκομείου καί κοινωνοῦσε ἀνελλιπῶς. Μαζί της καί ἄλλοι ἄρρωστοι-φυματικοί. Ἡ προϊσταμένη μέ τίς νοσοκόμες ἔρχονταν κι αὐτές νά κοινωνήσουν καί ἔμπαιναν στή σειρά μετά τούς ἀρρώστους. Μάταια ἡ θεία μου καί οἱ ἄλλοι ἀσθενεῖς τούς παρακαλοῦσαν νά κοινωνήσουν πρῶτες αὐτές. Δέν δέχονταν μέ κανένα τρόπο. Πάντα πήγαιναν μετά τούς ἀσθενεῖς. Καί βέβαια οὔτε αὐτές κόλλησαν οὔτε ὁ ἱερέας πού στό τέλος κατέλυε τό Ἅγ. Ποτήριο.»(ΣΑ, 85).
<>
«Ἔζησε στά Γιάννενα καί στό Ἀγρίνιο ὁ π. Βενέδικτος Πετράκης, φλογερός ἱεροκήρυκας, που ὁδήγησε χιλιάδες ἀνθρώπους στό Χριστό. Ἀνάμεσα στά πολλά περιστατικά ἀπ᾽ τή ζωή του, ἀναφέρεται καί τοῦτο.
Ὁ π. Βενέδικτος ὅταν διακονοῦσε στα Γιάννενα γιά νά διευκολύνη τούς ἀνθρώπους νά λειτουργοῦνται καί νά κοινωνοῦν τῶν ἀχράντων μυστηρίων, ἔκανε συχνά λειτουργίες νυχτερινές στό ἐκκλησάκι τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων μέσα στό κάστρο τοῦ Ἀλῆ Πασᾶ. Τα βράδυα, λοιπόν, συνέρρεαν στό ἐκκλησάκι πολλοί ἄνθρωποι γιά νά λειτουργηθοῦν καί νά κοινωνήσουν.
Ἐκεῖ κοντά, ὅμως, ἦταν καί τό νοσοκομεῖο που νοσηλεύονταν φυματικοί. Μετά τή Θ. Λειτουργία ὁ π. Βενέδικτος ἔπαιρνε τό Ἅγ. Ποτήριο καί πήγαινε στό νοσοκομεῖο νά κοινωνήση καί τούς ἀρρώστους. Μια μέρα κοινώνησε καί ἕνα φυματικό, ὁ ὁποῖος ἦταν ἑτοιμοθάνατος. Ἐκεῖνος μόλις κοινώνησε ἔβηξε καί ἀμέσως ἔκανε αἱμόπτυση. Ὁ π. Βενέδικτος δέν πτοήθηκε. Μάζεψε μέ τήν ἁγία λαβίδα τήν αἱμόπτυσι που εἶχε μέσα καί τή θεία κοινωνία καί τήν ἔφαγε! Ὅταν τόν εἶδαν οἱ γιατροί καί οἱ νοσηλευτές τα ᾽χασαν καί φώναξαν.
—Μα εἶναι στα καλά του αὐτός ὁ παπάς ἤ τρελλάθηκε; Πάει αὐτός. Θά τοῦ ἔλθει ἀμέσως καλπάζουσα!
Ὁ π. Βενέδικτος δέν ἔδωσε σημασία. Συνέχισε νά λειτουργῆ καί νά κοινωνῆ τούς ἀρρώστους. Καί βέβαια δέν κόλλησε τή φοβερή αὐτή ἀρρώστια»(ΣΑ, 85). <>
«Πριν ἀπό ἀρκετά χρόνια ἕνας νεαρός Ἀλβανός ἦλθε στήν Ἑλλάδα, μαζί μέ χιλιάδες συμπατριῶτες του, νά βρῆ δουλειά. Κατέληξε στή Βάλτα, ἕνα χωριό τῶν Γαργαλιάνων Μεσσηνίας, καί ἐκεῖ γνώρισε το Γεώργιο Γρηγορόπουλο, συνταξιοῦχο γραμματέα Εἰσαγγελίας Ἐφετῶν καί φλογερό ἐργάτη τοῦ Εὐαγγελίου, ὁ ὁποῖος τόν δέχθηκε, τόν περιέθαλψε, τόν ἔμαθε ἑλληνικά, τόν κατήχησε στή χριστιανική πίστη καί τόν βάφτισε. Στήν κηδεία τοῦ Γεωργίου Γρηγοροπούλου στίς 19/10/2009, μαζί μέ τόν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Τριφυλίας καί Ὀλυμπίας κ. Χρυσόστομο, που ἐχοροστάτησε, ἔλαβε μέρος στήν ἐξόδιο ἀκολουθία καί ἕνας ἄλλος ἐπίσκοπος που ἔψαλε ἀλβανικά, διάβασε το Εὐαγγέλιο στα ἀλβανικά, μίλησε ἑλληνικά γιά τόν εὐεργέτη του καί μας συγκίνησε μέ τήν ἁπλότητα καί τήν ταπεινότητά του. Ἦταν ὁ πρώην νεαρός Ἀλβανός, που εἶχε ἔλθει νά ζητήσει δουλειά στήν Ἑλλάδα καί που τώρα μέ τή βοήθεια τοῦ Γ. Γρηγοροπούλου, ἔχει γίνει ἐπίσκοπος Ἀπολλωνίας Ἀλβανίας κ. Νικόλαος, βοηθός ἐπίσκοπος τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀλβανίας. “Αὕτη ἡ ἀλλοίωσις τῆς δεξιᾶς τοῦ Ὑψίστου”»(ΣΑ, 97).
<>
Μιά κλασική ἱστορία πού ἀναδεικνύει τήν ἁπλότητα τῆς παιδικῆς πίστεως σέ ἀντίθεσι μέ τήν ἀμφιβολία τῶν ἐνηλίκων.
Μιά ἀγροτική περιοχή τῆς Ἀμερικῆς ὑποφέρει ἀπό τρομερή ξηρασία γιά μῆνες. Ὁ ἱερέας τῆς κοινότητας καλεῖ ὅλους τούς κατοίκους στήν ἐκκλησία γιά μιά εἰδικῆ δέησι, ὥστε νά βρέξη καί νά σωθοῦν οἱ σοδειές.
Ὅλο τό χωριό συγκεντρώνεται στήν ἐκκλησία γεμάτο ἀγωνία. Ἀνάμεσά τους, ἕνα μικρό κορίτσι κρατάει σφιχτά στά χέρια του μιά μεγάλη, πολύχρωμη ὀμπρέλα.
Οἱ ἐνήλικες τή βλέπουν καί χαμογελοῦν εἰρωνικά. Ὁ ἱερέας τή ρωτάει:
—Γιατί ἔφερες ὀμπρέλα, παιδί μου; Ὁ οὐρανός εἶναι πεντακάθαρος.
Τό κορίτσι ἀπαντᾶ μέ ἀπορία:
—Μά, ἀφοῦ μαζευτήκαμε γιά νά ζητήσουμε ἀπ᾽ τό Θεό νά βρέξη. Δέν πιστεύετε ὅτι θά τό κάνη;
Πολλές φορές προσευχόμαστε γιά κάτι, ἀλλά μέσα μας δέν περιμένουμε νά συμβῆ. Πίστι σημαίνει νά κρατᾶς τήν “ὀμπρέλα” σου πρίν ἀκόμα πέση ἡ πρώτη σταγόνα βροχῆς.
<>
«Ἕνας νεαρός φοιτητής εἶχε γεμίσει ἀμφιβολίες γιά τήν πίστι του καί εἶχε πέσει σέ βαθειά κατάθλιψι. Ἐπισκέφθηκε τό Ἅγ. Ὄρος καί συνάντησε τόν Ἅγ. Παΐσιο, ζητώντας μιά “ἀπόδειξι” ὅτι ὁ Χριστός ὑπάρχει.
Ὁ Ἅγ. Παΐσιος δέν τοῦ ἀνέλυσε θεολογικές θεωρίες. Τόν κοίταξε μέ ἀγάπη καί τοῦ περιέγραψε μέ ἀκρίβεια κρυφές λεπτομέρειες ἀπ᾽ τή ζωή του καί τίς σκέψεις του, τίς ὁποῖες δέν ἤξερε κανείς.
Ὁ Ἅγιος τοῦ ἐξήγησε:
—Ὁ Χριστός δέν εἶναι μιά ἰδέα στά βιβλία, παιδί μου. Εἶναι δίπλα σου αὐτή τή στιγμή καί βλέπει τόν πόνο σου. Δέν σέ ἀφήνει, ἐσύ Τοῦ γυρίζεις τήν πλάτη.
Ὁ νεαρός ἔνιωσε μιά ξαφνική, ἀκατανίκητη εἰρήνη νά πλημμυρίζει τήν ψυχή του. Ἔφυγε θεραπευμένος ἀπ᾽ τήν ἀπελπισία, καταλαβαίνοντας ὅτι ὁ Χριστός ἀπαντᾶ ὅταν ἡ ἀναζήτησι εἶναι εἰλικρινής»(https://orthodoxsmile.blogspot.com).
<>
«Ὁ Ἅγ. Λουκᾶς (Vojno-Yasenetsky), 'Eπίσκοπος καί κορυφαῖος χειρουργός τοῦ 20οῦ αἰώνα, ὑποσχέθηκε ὅτι θά βοηθᾶ τούς ἀσθενεῖς καί μετά τό θάνατό του. Μιά σύγχρονη ἱστορία ἀναφέρει ἕνα χειρουργό σέ μεγάλο νοσοκομεῖο πού βρέθηκε σέ ἀπόγνωσι κατά τή διάρκεια μιᾶς ἐξαιρετικά περίπλοκης ἐπεμβάσεως.
Ἡ κατάστασι τοῦ ἀσθενοῦς ἐπιδεινώθηκε ραγδαῖα καί ὁ γιατρός δέν ἤξερε πῶς νά σταματήση τήν αἱμορραγία. Στό μυαλό του ἔκανε μιά σύντομη, ἀπεγνωσμένη προσευχή: “Χριστέ μου, φώτισέ με, χάνεται ὁ ἄνθρωπος”.
Ξαφνικά, ὁ γιατρός ἔνιωσε μιά ἀπόλυτη ἠρεμία καί τά χέρια του ἄρχισαν νά κινοῦνται μέ μιά ἀκρίβεια καί ταχύτητα πού ξεπερνοῦσε τίς δικές του ἱκανότητες. Ἡ ἐπέμβαση πέτυχε ἀπόλυτα.
Ἀργότερα, ἡ μητέρα τοῦ ἀσθενοῦς, πού περίμενε ἀπ᾽ ἔξω καί προσευχόταν στον Ἅγ. Λουκᾶ τόν ἰατρό, εἶπε στο γιατρό:
—Εἶδα ἕνα ἄλλο, ἡλικιωμένο γιατρό μέ ράσα νά μπαίνει μαζί σας στό χειρουργεῖο.
Ὁ Χριστός ἐνεργεῖ μέσα στον κόσμο χρησιμοποιώντας τούς Ἁγίους του ὡς ὄργανα, γιά νά στηρίξη τούς ἀνθρώπους στό καθῆκον καί στίς δυσκολίες τους»(https://orthodoxsmile.blogspot.com).
<>
«Μιά πρόσφατη συγκλονιστική μαρτυρία ἀφορᾶ ἕνα σύγχρονο ἐπιχειρηματία, ὁ ὁποῖος, ἄν καί δήλωνε Χριστιανός, ἦταν πλήρως ἀπορροφημένος ἀπό τό κυνήγι τοῦ χρήματος καί τήν ὑλική καθημερινότητα.
Ὁ ἄνθρωπος αὐτός ἀρρώστησε βαρειά καί ἔμεινε διασωληνωμένος στήν ἐντατική γιά 28 ἡμέρες.
Ἐνῶ τό σῶμα του ἦταν σέ κῶμα, ἡ ψυχή του βίωσε μιά συγκλονιστική ἐμπειρία. Εἶδε τό Χριστό, ἀλλά Ἐκεῖνος τοῦ εἶχε γυρίσει τήν πλάτη. Ὁ ἄνθρωπος ἔνιωσε ἕνα ἀπέραντο τρόμο καί πνευματικό σκοτάδι, καταλαβαίνοντας ὅτι ὅλη του τή ζωή εἶχε τό νοῦ του μόνο στά ὑλικά ἀγαθά.
Μέσα σέ αὐτή τήν ἀπόγνωσι, ζήτησε μέ ὅλη του τή δύναμη συγχώρεσι. Ὅταν συνῆλθε καί βγῆκε ἀπ᾽ τό νοσοκομεῖο, ἡ ζωή του ἄλλαξε ριζικά. Ἔγινε φιλάνθρωπος, ταπεινός καί ἀφιέρωσε τόν χρόνο του στήν οἰκογένειά του καί τήν οὐσιαστική πνευματική ζωή.
Οἱ σύγχρονες ἀσθένειες καί οἱ δοκιμασίες γίνονται συχνά τό “ξύπνημα” πού χρειάζεται ἡ ψυχή τοῦ ἐνήλικα γιά νά βρῆ ξανά τόν ἀληθινό προορισμό της»(https://orthodoxsmile.blogspot.com).
<>
«Σ᾽ ἕνα κοινόβιο, ἕνας νεαρός δόκιμος μοναχός, ἀπό ἀπροσεξία, ἔσπασε ἕνα πολύ παλαιό καί πολύτιμο βάζο πού κοσμοῦσε τό ἀρχονταρίκι. Γεμάτος τρόμο γιά τήν ἐπίπληξι, πῆγε νά τό ἐξομολογηθῆ στο Γέροντα.
Ὁ Γέροντας, ἀντί νά θυμώση, πῆρε ἕνα σκουπάκι, μάζεψε τά κομμάτια καί εἶπε χαμογελώντας:
—Δόξα τῷ Θεῷ.
Ὁ νεαρός, ἔκπληκτος, ρώτησε:
—Γέροντα, δέν θά μέ τιμωρήσετε; Ἦταν κειμήλιο.
Ὁ Γέροντας τοῦ ἀπάντησε:
—Τό βάζο ἦταν φτιαγμένο ἀπό χῶμα καί κάποια στιγμή θά ἐπέστρεφε στό χῶμα. Ἡ δική σου ψυχή ὅμως εἶναι ἀθάνατη. Ἄν θύμωνα μαζί σου, θά πλήγωνα μιά ἀθάνατη ψυχή γιά χάρι ἑνός νεκροῦ ἀντικειμένου. Ὁ Χριστός δέν ἦρθε γιά νά σώση τά βάζα, ἀλλά τούς ἀνθρώπους»(https://orthodoxsmile.blogspot.com).
<>
«Ἕνας πλούσιος ἀλλά πολύ σφιχτός καί ἐγωϊστής ἄνθρωπος ἐπισκέφθηκε ἕνα σοφό Πνευματικό γιά νά παραπονεθῆ ὅτι δέν νιώθει χαρά στή ζωή του.
Ὁ Πνευματικός τόν ὁδήγησε στό παράθυρο καί τοῦ εἶπε:
—Κοίτα ἔξω καί πές μου τί βλέπεις.
Ὁ ἄνθρωπος ἀπάντησε:
—Βλέπω ἀνθρώπους νά περπατοῦν, μιά μάνα νά κρατᾶ τό παιδί της καί ἕνα ζητιάνο στήν ἀγορά.
Μετά, ὁ Πνευματικός τόν ἔστησε μπροστά σ᾽ ἕνα μεγάλο καθρέφτη:
—Τώρα τί βλέπεις;
Ὁ ἄνδρας ἀπάντησε:
—Τόν ἑαυτό μου, φυσικά.
Τότε ὁ Πνευματικός τοῦ ἐξήγησε:
—Τό παράθυρο εἶναι ἀπό γυαλί, καί ὁ καθρέφτης εἶναι ἀπό γυαλί. Ἀρκεῖ ὅμως νά προσθέσεις λίγο ἀσήμι (χρῆμα) πίσω ἀπό τό γυαλί, γιά νά πάψης νά βλέπης τούς ἄλλους καί νά βλέπης μόνο τόν ἑαυτό σου.
Ἡ Χριστιανική ζωή ἀπαιτεῖ νά ξύνουμε τό “ἀσήμι” τοῦ ἐγωϊσμοῦ μας, ὥστε νά βλέπουμε τό συνάνθρωπο καί τίς ἀνάγκες του»(https://orthodoxsmile.blogspot.com).
<>
«Μιά ἀπελπισμένη μητέρα ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγ. Πορφύριο τόν Καυσοκαλυβίτη, κλαίγοντας γιατί ὁ ἔφηβος γυιος της εἶχε ἀπομακρυνθῆ ἀπ᾽ τήν Ἐκκλησία, εἶχε γίνει ἐπιθετικός καί δέν ἄκουγε καμμία συμβουλή.
Ὁ Ἅγιος τήν ἄκουσε μέ προσοχή καί τή ρώτησε πῶς τοῦ μιλάει. Ἡ μάνα ἀπάντησε ὅτι συνέχεια τόν συμβουλεύει, τοῦ θυμίζει τό Θεό καί τόν μαλώνει γιά τή συμπεριφορά του.
Ὁ Ἅγ. Πορφύριος τῆς εἶπε:
—Γίνε ἐσύ ἁγία καί τότε τό παιδί σου θά ἁγιάση. Ἀπό ἐδῶ καί πέρα, μήν μιλᾶς στό παιδί σου γιά τό Θεό. Νά μιλᾶς στό Θεό γιά τό παιδί σου.
Τῆς ἐξήγησε ὅτι οἱ πολλές παρατηρήσεις γίνονται πιεστικές καί φέρνουν ἀντίδρασι.
Ἡ μητέρα σταμάτησε τίς γκρίνιες καί ἄρχισε νά προσεύχεται μυστικά στό δωμάτιό της μέ δάκρυα, περιβάλλοντας τό παιδί μέ σιωπηλή ἀγάπη καί φροντίδα. Μετά ἀπό λίγους μῆνες, ἡ καρδιά τοῦ νεαροῦ μαλάκωσε ἀπό μόνη της καί ἐπέστρεψε μετανιωμένος στήν οἰκογένεια»(https://orthodoxsmile.blogspot.com).
<>
«Ἕνα παντρεμένο ζευγάρι ἔκλεινε 50 χρόνια κοινῆς ζωῆς μέσα σέ ἀπόλυτη εἰρήνη, χωρίς νά ἔχουν μαλώσει ποτέ σοβαρά. Ἕνας νέος ἄνδρας, πού ἀντιμετώπιζε προβλήματα στό δικό του γάμο, τούς ἐπισκέφθηκε γιά νά μάθη τό μυστικό τους.
Καθώς κάθονταν, ἡ σύζυγος ἔφερε ἕνα ποτήρι νερό στον ἄνδρα της. Ἐκεῖνος, ἀπό ἀπροσεξία, τό ἔχυσε πάνω στό καθαρό τραπέζι καί στά ροῦχα του.
Ὁ νέος περίμενε νά δῆ τή γυναῖκα νά θυμώνη. Ἀντίθετα, ἐκείνη ἔτρεξε μέ ἀγωνία καί εἶπε:
—Συγχώρεσέ με, ἀγαπημένε μου, ἔβαλα πολύ νερό στό ποτήρι καί ἔφταιγα ἐγώ.
Ὁ σύζυγος χαμογέλασε καί ἀπάντησε:
—Ὄχι, καλή μου, δικό μου λάθος, δέν πρόσεξα πῶς τό ἔπιασα.
Ὁ ἡλικιωμένος γύρισε στό σοκαρισμένο νέο καί τοῦ εἶπε:
—Αὐτό εἶναι τό μυστικό μας. Ὅταν γίνεται ἕνα λάθος, τρέχουμε καί οἱ δύο νά πάρουμε τήν εὐθύνη ἐπάνω μας. Στά σπίτια πού καταστρέφονται, ὁ καθένας προσπαθῆ νά ἀποδείξη ὅτι φταίει ὁ ἄλλος»(https://orthodoxsmile.blogspot.com).
<>
«Ἕνας εὐσεβής πατέρας ἔβλεπε τόν γυιό του νά ἔχη τρομερά νεῦρα καί νά ξεσπᾶ μέ σκληρά λόγια στά ἀδέλφια του καί στή μητέρα του, πληγώνοντας τήν οἰκογένεια.
Ὁ πατέρας τοῦ ἔδωσε μιά σακούλα καρφιά καί ἕνα σφυρί. Τοῦ εἶπε:
—Καθ’ ἑκάστη φορά κατά τήν ὁποία χάνεις τήν ψυχραιμία σου καί μιλᾶς ἄσχημα, θά πηγαίνης στόν ξύλινο φράχτη τοῦ κήπου καί θά καρφώνης ἕνα καρφί.
Τίς πρῶτες μέρες ὁ φράχτης γέμισε καρφιά. Σιγά-σιγά, ὅμως, ὁ νεαρός ἄρχισε νά ἐλέγχη τό θυμό του γιά νά ἀποφύγη τό κάρφωμα. Ὅταν τελικά πέρασε μιά ἑβδομάδα χωρίς νά θυμώση, ὁ πατέρας τοῦ εἶπε:
—Τώρα, γιά κάθε μέρα πού κρατᾶς τήν ψυχραιμία σου, θά βγάζης ἕνα καρφί.
Ὅταν ὅλα τά καρφιά ἀφαιρέθηκαν, ὁ πατέρας τόν πῆρε ἀπό τό χέρι καί τοῦ ἔδειξε τόν φράχτη:
—Βλέπεις τίς τρύπες πού ἔμειναν στό ξύλο; Ὁ φράχτης δέν θά εἶναι ποτέ ξανά ὁ ἴδιος. Ὅταν πληγώνης τήν οἰκογένειά σου μέ τά λόγια σου, ἀφήνεις μιά πληγή στήν καρδιά τους, ἀκριβῶς σάν αὐτές τίς τρύπες.
Ἡ συγχώρεσι ὑπάρχει πάντα στήν οἰκογένεια, ἀλλά τά σημάδια τῶν σκληρῶν λόγων χρειάζονται χρόνο γιά νά ἐπουλωθοῦν. Ἡ εὐσέβεια μᾶς καλεῖ νά προσέχουμε πῶς μιλᾶμε στους πιό κοντινούς μας ἀνθρώπους»(https://orthodoxsmile.blogspot.com).
<>
«Σέ μιά περίοδο παρατεταμένης καί καταστροφικῆς ξηρασίας στήν Εὔβοια, οἱ ἀγρότες ἔβλεπαν τούς κόπους τους νά χάνωνται καί τά ζῶα τους νά πεθαίνουν. Ἐπισκέφθηκαν ἀπελπισμένοι τό μοναστήρι τοῦ Ὁσίου Δαυΐδ γιά νά ζητήσουν τή βοήθεια τοῦ Ἁγ. Ἰακώβου Τσαλίκη.
Ὁ Ἅγ. Ἰάκωβος δέν ἔκανε ἁπλά μιά τυπική παράκλησι. Ζήτησε ἀπό ὅλο τό χωριό νά κάνη τριήμερη αὐστηρή νηστεία καί νά ἐξομολογηθῆ, ὥστε νά καθαρίσουν οἱ καρδιές τους.
Τήν τρίτη ἡμέρα, ἔγινε λιτανεία τῶν τιμίων λειψάνων στά ξερά χωράφια. Ὁ Ἅγιος γονάτισε πάνω στό χῶμα καί προσευχόταν γιά ὧρες μέ δάκρυα στά μάτια, ξεχνώντας τήν προσωπική του σωματική ἐξάντλησι.
Πρίν προλάβη νά ὁλοκληρωθῆ ἡ λιτανεία, ὁ οὐρανός σκοτείνιασε καί ξέσπασε μιά εὐεργετική, ποτιστική βροχή πού ἔσωσε τήν παραγωγή.
Ἡ νηστεία προετοιμάζει τό ἔδαφος τῆς ψυχῆς, καί ἡ θερμή προσευχή ξεκλειδώνει τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ στίς πιό δύσκολες ἐπίγειες συνθῆκες»(https://orthodoxsmile.blogspot.com).
<>
«Μιά σύγχρονη ἱστορία ἀναφέρει ἕνα ζευγάρι στήν Ἀθήνα, τοῦ ὁποίου τό πεντάχρονο παιδί διαγνώστηκε μέ μιά σοβαρή καί ἐπιθετική ἀσθένεια. Οἱ γιατροί τούς ἔδωσαν ἐλάχιστες ἐλπίδες.
Ὁ Πνευματικός τους τούς συμβούλευσε νά μήν πέσουν στήν ἀπόγνωσι, ἀλλά νά ἀναλάβουν πνευματικό ἀγῶνα. Οἱ γονεῖς ξεκίνησαν κοινή νηστεία (κόβοντας ἀκόμη καί τό λάδι τίς καθημερινές) καί διάβαζαν κάθε βράδυ μαζί τό Ψαλτήρι δίπλα στό κρεβάτι τοῦ παιδιοῦ.
Ἡ νηστεία τους δέν ἦταν ἁπλά ἀποχή ἀπό φαγητά, ἀλλά συνοδευόταν ἀπό τή “νηστεία” τῆς γλώσσας (σταμάτησαν κάθε γκρίνια) καί τήν ἐντατική ἐλεημοσύνη.
Στίς ἑπόμενες προγραμματισμένες ἐξετάσεις πρίν τό χειρουργεῖο, οἱ γιατροί ἔμειναν ἄναυδοι. Ὁ ὄγκος εἶχε συρρικνωθεῖ σέ σημεῖο πού δέν χρειαζόταν πλέον ἐπέμβασι, παρά μόνο ἁπλή παρακολούθησι.
Ὅταν οἱ γονεῖς θυσιάζουν τίς σωματικές τους ἀνέσεις μέσῳ τῆς νηστείας γιά χάρι τῶν παιδιῶν τους, ἡ προσευχή τους ἀποκτᾶ τεράστια δύναμι ἐνώπιον τοῦ Θρόνου τοῦ Θεοῦ»(https://orthodoxsmile.blogspot.com).
<>
